Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

δεκέμβριος 2016 _ 9 ποιήματα για την έμιλυ












Άννα Γρίβα

ΝΥΧΤΑ

Όλοι δικαιούνται το πρωί –
Σε μερικούς αξίζει – η Νύχτα*

Κάποιοι ακούνε χτύπους κουπιών
άλλοι τσεκούρια και φωνές ξυλοκόπων

κανένας δεν βλέπει
το μαύρο καράβι
και τα δέντρα που πέφτουν
στο βάθος της νύχτας.


* Έμιλυ Ντίκινσον, Ποιήματα (μτφρ.: Μαρία Δαμολή), εκδ. Γιαλός, 2011

~

Δήμητρα Κωτούλα


ΤΟΣΟ ΑΠΑΛΟ ΟΣΟ ΤΟ ΜΑΚΕΛΕΙΟ ΤΩΝ ΗΛΙΩΝ
ΣΦΑΓΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΤΑ ΣΠΑΘΙΑ ΤΟΥ ΔΕΙΛΙΝΟΥ*

Dear Mr. Higginson,
Your kindness claimed earlier gratitude…You asked how old I was? I made no verse – but one or twountil this winter – Sir…’
                                                                                       Γράμμα 261, 25 Απριλίου 1862

«Άραγε ανασαίνουν;
Αυτοί οι στίχοι άραγε ανασαίνουν;

Ξέρετε –
Eνίοτε δεν μπορώ να κυβερνήσω τον εαυτό μου
Και όταν προσπαθώ να οργανωθώ
Η μικρή μου δύναμη τινάζεται
Και με αφήνει γυμνή –
Σφαγμένη
Πριν από οχτώ Σάββατα έφτιαχνα ένα γλυκό
Όταν είδα να εξελίσσεται μια μεγάλη σκοτεινιά
Κάτι απαλό και σκοτεινό
Τόσο απαλό όσο –
Όμως είναι γνωστό πόσο απεχθάνομαι το κοινότοπο.

Λοιπόν –
Με ρωτήσατε πόσων χρονών είμαι:
Αυτόν τον χειμώνα δεν έχω γράψει άλλους στίχους
Εκτός από έναν ή δύο
Δεν ξέρω πώς να μεγαλώσω
Ή μάλλον
Μεγάλωσα
Μεγάλωσα λοξά – »


* Συνέθεσα το ποίημα αυτό, για την γενέθλια επέτειο της Dickinson, παρακινημένη από τους δύο της στίχους από το ποίημα 1146 και από το απόσπασμα του γράμματός της στον T.W. Higginson. Πρόκειται για ένα ποίημα φτιαγμένο από στίχους σχεδόν αποκλειστικά δικούς τηςένα ποίημα από την Dickinson για την Emily.

~

Παυλίνα Μάρβιν

[Γάταρε αφέντη...]

Γάταρε αφέντη
του Κοροβιόφ συνοδοιπόρε
και της παρέας του Διαβόλου αρχηγέ
–χωρίς μήτε κι ο Διάβολος να το γνωρίζει–
αν σου έλεγα πως στη Μόσχα
κάποια από τη γενιά σου
γυρεύει, ανάμεσα
στις τσουκνίδες και στα χαμόχορτα
και ανάμεσα στα χιόνια
να σου επιστρέψει
μυρωμένο το κομμάτι
που ενώνει την ουρά σου
με το κέντρο
του κόσμου των γάτων
θα της έδειχνες το δρόμο;
Κι αν ακόμη σου έλεγα
πως κρατάς στα νύχια σου
μια ζεστή, γατίσια καρδιά
θα την έτρωγες;

~

Γιάννα Μπούκοβα



ΕΙΜΑΙ ΡΟΔΟ


Πέταλο, αγκάθι, μίσχος
Ένα πρωινό το καλοκαίρι –
Φλασκί Δροσιάς – μια Μέλισσα ή δύο –
Αεράκι – ένα σκίρτημα στα δέντρα –
Και είμαι Ρόδο!

                                    Έμιλυ Ντίκινσον, F 25 (1858)

Το ρόδο είναι ανάποδη έκρηξη
Αγκάθι, πέταλο, μια μέλισσα (ή δύο), αεράκι
Συγκλίνουν στο σημείο της ύπαρξής του
Είναι στρόβιλος ύπαρξης
Καταβροχθίζει τις προϋποθέσεις του  
Ορθώνει τον εαυτό του με τον εαυτό του

Είναι απορίας άξιο πόσο αργά εμφανίζεται
Στην αγγλική γλώσσα η λέξη «επιστήμονας» – το 1834
Τέσσερα χρόνια μετά την γέννηση της Ντίκινσον 
Οι επιστήμονες αγαπάνε την ποίηση της Έμιλι
Ειδικά οι νευροεπιστήμονες
Την ψυχρή χρήση της λέξης «εγκέφαλος»
Σε μερικά από τα ποιήματά της
Υπάρχουν τουλάχιστον δύο μελέτες της τελευταίας
Δεκαετίας πάνω στο μυστήριο της συνείδησης
Που εμπεριέχουν στον τίτλο τους
Τον πασίγνωστο στίχο της για τον εγκέφαλο
Που είναι ευρύτερος από τον ουρανό

Είμαι ρόδο είναι η θέση του παρατηρητή
Το σύμπαν συγκλίνει μέσα μου
Γεννάω τις προϋποθέσεις μου
Είναι οι κύκλοι του νερού
Που με κάνουν πέτρα

~

Αλεξάνδρα Πλαστήρα

ΑΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΛΕΞΟΥΜΕ

Η Έμιλυ λέει
Συμφέρει να έχουμε
τα πουλιά
για παράδεισο
Και δίκιο έχει
its economical
γι’ αυτό και συμφέρει
να μείνουμε εδώ
κι όχι να βολοδέρνουμε
μέχρι να φτάσουμε
που αβέβαιο είναι
– θα ’ναι και ξενιτιά
Ενώ συμφέρει
μια θέση κοντά
στο κελάηδημα
Άσε που τα φτερά
είναι και χάδι
~

Δανάη Σιώζιου

Η ΚΛΑΙΟΥΣΑ ΙΤΙΑ

Αγαπητέ κύριε, σας παρακολουθώ από την όχθη.
Ποιος βοηθάει τον κοκκινολαίμη
που έπεσε από τη φωλιά;
Μου αρέσει όταν τραγουδάτε.
Όταν πυροβολείτε δυναμώνω τα κλάματα.
Η αράχνη σας μετακόμισε στα κλαριά μου.
Αδύνατον να συντηρηθούν φωλιές μέσα στις φλόγες,
είπε.
Τι αποτρέπει μία καρδιά που πέτρα πάει να γίνει;
Υπάρχει κάτι το επαναστατικό, σκέφτομαι,
στο να έχει δει κανείς τη θάλασσα.
Δεν ξέρω, βλέπετε, οι βαθιές μου ρίζες
δεν μου επιτρέπουν τη μετακίνηση.
Εγώ, μία φορά το χρόνο ανθίζω.
Έπειτα βλέπω τα άνθη μου στη γη.
Αυτό είναι όλο.
Δεν μεγαλώνω καν προς τον ουρανό.
Γέρνω όσο μπορώ προς το ποτάμι
και προς το μέρος σας.
Φιλικά, η Κλαίουσα Ιτιά.

*

Αγαπητή Ιτιά, μην πιστεύετε τον κοκκινολαίμη,
είναι ακόμα θυμωμένος.
Ο θυμός φυλάσσεται σε διάφανα μπουκαλάκια,
έχει διάφορα χρώματα και πίνεται σαν κολώνια.
Οι συνεχείς μετακομίσεις είναι αδιαμφισβήτητα
δουλειά για αράχνες.
Οι θάλασσες το φθινόπωρο είναι μολυβένιες.
Το μολύβι πάντα κάποιον βαραίνει.
Καλή μου Κλαίουσα,
η έλευση της ανθοφορίας είναι μια άδεια φιέστα.
Βαθιά στη γη συντελείται το πανδαιμόνιο.
Ρωτήστε τις ρίζες σας, τις βαθιές σας ρίζες.
Με τα κίτρινα ανθάκια σας, όταν πέσουν,
και λίγα δάκρυα, θα φτιάξουμε περιδέραια,
ελαφρύτερα από όνειρα
που δεν πήγαν παραπέρα.
Δικός σας, Κ.

~

Λένια Ζαφειροπούλου

Η ΑΡΑΧΝΗ

Μια αράχνη που έραβε είδα
Νύχτα χωρίς αχτίδα
Σε μια λευκή αψίδα.
Στητό γιακά αρχόντισσας ή σάβανο ενός γνώμου,
Γνωρίζει η ίδια μόνο.
Για την αθανασία
Είχε στρατηγική της
Την φυσιογνωμία.
E.D.

Δεν είναι ποίημα κύριε, είναι ξόρκι.
Η λαίδη με το άσπρο φόρεμα
Τα 'ριχνε όλα ανάκατα στο ίδιο σεντούκι.
Ασκούσε τη λευκή μαγεία,
Ποτέ δεν συζητήθηκε.
Κάποιοι νυχτερινοί περίπατοι στον κήπο,
Λίγες γαλάζιες σπίθες στο χαλί,
Κρώξιμο κύκνου μέσ’ απ’ τον καθρέφτη,
Μικροπράγματα.
Κι η σκούπα από άσπρα στάχυα πάντοτε ήμερη
Ακουμπισμένη στο περβάζι.

Οι νέοι ερευνητές την θεωρούν
Μια πρώιμη σιωπηλή μα σθεναρή υπέρμαχο του φύλου της.
Δεν έφτιαξε λένε ποτέ για τ’ αποκόμματα λευκής μαγείας
Τετράδιο χωριστό
Τα 'ριχνε επίτηδες ανάμεσα στα ποιήματα
Έτσι για να δοξάζονται οι Μούσες
Κι όχι ο Πάνας.

~

Μαρία Τοπάλη

ΑΓΑΛΛΙΑΣΗ

(Με τον τρόπο της Έμιλυ Ντίκινσον, ΙΙ)

Βουτιά
Πάνω απ’ τα σπίτια.

Ασήμαντε ήλιε,
Ευφρόσυνε (μπλε)
Αιώνιε (νόημα)

Όπου ψυχή ορεινή
Όπου ψυχή στεριανή
Πάνω από το ακρωτήρι
Σε τροχιά τοξικά θα λυθεί
(η ψυχή)

Μ’ ένα ασήμαντο «πλατς»
Μ’ ένα ανεπαίσθητο «φσσσς» –

Στο σημείο αυτό
Ο ναύτης λύνει, επίσης, το σχοινί
Και το τσιγάρο σβήνει
Με το παπούτσι

– Φρειδερίκε, σε κρατώ, ν’ ανεβούμε το βουνό
– Αιμιλία; Με κρατάς;

~

Χρήστος Σιορίκης


CALLED BACK *


Πριν επιστρέψω –

ν’ αγγίξω
τις κουμαριές

εκεί που πυκνώνουν:
το σύνορο

να θυμάμαι τα χρώματα
και πώς πιάνουν
τα χέρια δυο λέξεις
ενώ κόβεις
τα κούμαρα
και νερό
δεν ζητάς
ο αέρας δροσίζει
κι ακόμη
δεν έχει
κρυώσει τη γη


* Called back = με καλέσαν πίσω / ανεκλήθην. Εκτός από την προσφώνηση «ξαδερφούλες μου» και την υπογραφή «Έμιλυ», το τελευταίο γράμμα της Έμιλυ Ντίκινσον πριν από τον θάνατό της, το Μάιο του 1886, περιέχει μόνο αυτές τις λέξεις.

~

Στο τεύχος Δεκεμβρίου 2016 του "The Books' Journal", δημοσιεύθηκαν εννιά από τα δέκα ποιήματα που γράφτηκαν για να διαβαστούν στην εκδήλωση του “Με τα λόγια (γίνεται)” στις 10 Δεκεμβρίου 2015 –185α γενέθλια της Έμιλυ Ντίκινσον– στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, σε συνεργασία με την έκθεση “those little anodynes”, με έργα της Ελένης Θεοφυλάκτου και της Εύας Μαραθάκη, σε επιμέλεια της Γκέλυς Γρυντάκη. Τόσο τα εικαστικά έργα όσο και τα ποιήματα ήταν εμπνευσμένα από το έργο της Αμερικανίδας ποιήτριας.

~

Άννα Γρίβα. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στην Αθήνα και Ιστορία της Λογοτεχνίας στη Ρώμη. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές, η τελευταία με τίτλο Έτσι είναι τα πουλιά (2015), και μεταφράζει ιταλική ποίηση, κυρίως της Αναγέννησης.
Λένια Ζαφειροπούλου. Λυρική τραγουδίστρια, ποιήτρια και μεταφράστρια (www.leniasafiropoulou.gr). Βιβλία: Paternoster Square (βραβείο Αναγνώστη, βραχεία λίστα Κρατικών Βραβείων), Όταν ο Νους σου βράζει κι η Καρδιά (ανθολογία ποίησης Goethe και Heine και CD με Lieder). Το 2016 εκδόθηκε το δεύτερο βιβλίο της, Σκληρό να σκοντάφτεις σε πέτρες,  καθώς και μια πλήρης μετάφραση των σονέτων του Σαίξπηρ.
Δήμητρα Κωτούλα. Σπούδασε Ιστορία της Τέχνης και Αρχαιολογία. Ποιήματα και μεταφράσεις της έχουν δημοσιευθεί και συμπεριληφθεί σε ανθολογίες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Επιλογή από το έργο της έχει μεταφραστεί στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες.
Παυλίνα Μάρβιν. Γεννήθηκε στην Αθήνα όπου και ζει. Μεγάλωσε στην Ερμούπολη της Σύρου. Σπούδασε Ιστορία, και συνεχίζει. Υπήρξε συνεκδότρια του περιοδικού Τεφλόν (2008-2011). Εργάζεται στην εμψύχωση ομάδων θεατρικού παιχνιδιού και λογοτεχνικών πειραμάτων για μικρούς και λίγο πιο μεγάλους.
Γιάννα Μπούκοβα. Ποιήτρια, πεζογράφος και μεταφράστρια, γεννημένη στη Σόφια Βουλγαρίας. Έχει εκδώσει στα βουλγαρικά δύο ποιητικές συλλογές, μία συλλογή διηγημάτων κι ένα μυθιστόρημα. Ζει στην Αθήνα όπου είναι μέλος της πλατφόρμας Greek Poetry Now και της συντακτικής ομάδας του περιοδικού ΦΡΜΚ. Κείμενά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, αραβικά και άλλες οκτώ γλώσσες. Στα ελληνικά κυκλοφορεί η ποιητική συλλογή της Ο ελάχιστος κήπος (2006). 
Αλεξάνδρα Πλαστήρα. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία και μελέτησε μουσική. Εργάζεται ως επιμελήτρια κειμένων.
Χρήστος Σιορίκης. Δάσκαλος ισπανικής γλώσσας και ισπανόφωνου πολιτισμού. Ποιήματά του και σύντομα πεζά έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.
Δανάη Σιώζιου. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία, και, σε μεταπτυχιακό επίπεδο, Ευρωπαική Ιστορία και Πολιτιστική Διαχείριση. Υπήρξε συνεκδότρια του περιοδικού “Τεφλόν” (2009-2011). Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Το πρώτο της βιβλίο, Χρήσιμα Παιδικά Παιχνίδια, εκδόθηκε τον Μάρτιο του 2016.

Μαρία Τοπάλη: Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, σπούδασε νομικά στην Αθήνα (όπου ζει) και στη Γερμανία. Εξέδωσε βιβλία με ποιήματα και άλλα κείμενα (τελευταία δημοσίευση: Οι Λέξεις μου, 2015) καθώς και μεταφράσεις από τα γερμανικά. Συνεργάζεται τακτικά με την «Καθημερινή» και είναι μέλος της Συντακτικής Επιτροπής της «Ποιητικής». 

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

για τον leonard cohen [21.ix.1934-7.xi.2016]













Μαρία Βουμβάκη

It's au revoir

Είχα δει τον Leonard Cohen τον Ιούνιο του ‘88 στη συναυλία του στην Αθήνα. Θυμάμαι ένα ωραίο φεγγάρι πάνω από τον Λυκαβηττό. Τώρα γιατί μου έχει κολλήσει το φεγγάρι εκείνο το βράδυ, τι να πω. Μάλλον εκείνος ο κομψός και τρυφερός τροβαδούρος της ενηλικίωσής μου ταίριαζε σε μια καλοκαιρινή νύχτα με φεγγάρι στην μνήμη μου. Ήταν η εποχή του «First we take Manhattan», ο Κόεν με είχε βάλει γι’ άλλη μια φορά να περιπλανιέμαι στους αινιγματικούς του στίχους, άσε που το τείχος του Βερολίνου δεν είχε πέσει ακόμα... Έμοιαζε εύκολο να διαλέξεις τους ήρωες σου τότε (δεν υπήρχε ο κατακλυσμός της πληροφορίας) και σε μια "επίδοξη τραγουδοποιό" σαν κι εμένα, ο Κόεν ξεχώριζε με την αμεσότητα της ερμηνείας, τον συμπυκνωμένο λόγο, την ποίηση και τις απέριττες μουσικές του.

Είμαι αρκετά εξοικειωμένη με τη δισκογραφία του, στο ιστορικό «Pop Eleven» των αδελφών Φαληρέα είχα πρωτοαγοράσει δίσκο του (εισαγωγής!), το Songs of Leonard Cohen ή το Songs From A Room, δεν θυμάμαι. Στη διάρκεια των χρόνων, με τα παλιά και τα καινούργια του τραγούδια, παρέμεινε σταθερά αγαπημένος και επιδραστικός. Ένας δημιουργός δρόμου αντοχής με ένα καταπληκτικό σπριντ στο τέλος – μια που εξέδωσε τρία εξαιρετικά albums την τελευταία πενταετία. "I'm traveling light / it's au revoir", μας είπε λίγες μέρες πριν... "You'll be hearing from me baby / long after I'm gone / I'll be speaking to you sweetly / from a window in the Tower of Song". Εννοείται, Leonard.

~

Π.Ε. Δημητριάδης
Αναμνήσεις από τον Πύργο του Τραγουδιού
(βιωματικό σημείωμα με αφορμή τη μετακόμιση του Leonard Cohen)

Το καλοκαίρι του 1997, σε ηλικία 19 ετών, καθόμουν ένα βράδυ μαζί με την παρέα μου στον κήπο του θρυλικού (για κάποιους Κερκυραίους) «Nowhere», όπου σύχναζα για όλη την ύστερη εφηβεία και μετεφηβεία μου. Ήταν μαζί μας και ένας φίλος ΚΝίτης, που ερχόταν πρώτη φορά εκεί. Το «Nowhere» έπαιζε αποκλειστικά punk και indie, ό,τι ήταν trendy δηλαδή σε εκπομπές του MTV όπως το «120 Minutes» και, μετέπειτα, το «Alternative Nation». Ο φίλος μας ο ΚΝίτης λοιπόν, που ασφυκτιούσε είτε από την ένταση είτε από τη... (μετα)μοντερνίλα του ήχου, ζήτησε να ακούσει κάτι πιο οικείο στην αισθητική του· ζήτησε ν’ ακούσει Leonard Cohen. Θυμάμαι χαρακτηριστικά την –μη στερούμενη της χαρακτηριστικής του κερκυραϊκής ειρωνείας– απάντηση του φίλου-δασκάλου-μέντορα και συνιδιοκτήτη του χώρου Γιάννη Κρητικού, όταν του μετέφερα την παραγγελιά: «να έρθει μετά σπίτι μου ν’ ακούσουμε μαζί να διαλογιστούμε».
Ως τότε, το μόνο πράγμα που ήξερα για τον Leonard Cohen ήταν ότι ήταν ένας σοβαρός κύριος που μίλαγε πάνω από μουσική, συνοδευόμενος από τραγουδίστριες (το βίντεο κλιπ του “Closing Time” παιζόταν αρκετά από το MTV) και τα credits του στο “First We Take Manhattan” ως b-side στο “Drive” των REM.
Μερικά χρόνια μετά, και αφού θα είχα γράψει κι εγώ τα πρώτα μου «κανονικά» τραγούδια, θα αγόραζα τον δίσκο Im Your Man. Το αγαπημένο μου τραγούδι, και τελικά ένας από τους οδηγούς μου για να γράψω περισσότερα (και καλύτερα;) τραγούδια, ήταν το καταληκτικό, “Tower of Song”. Θυμάμαι ακόμα το συναίσθημα της ταύτισης με στίχους όπως I ache in the places where I used to play και I was born like this, I had no choice και το πόσο με είχε σημαδέψει η αίσθηση του υπεροπτικά άτρωτου που απέπνεε το δίστιχο So you can stick your little pins in that voodoo doll / Im very sorry, baby, it doesnt look like me at all, σε βαθμό που προσπάθησα έκτοτε να το κάνω σημαία μου (που κάηκε και σκίστηκε κάπου στην πορεία, και μετά ξαναγεννήθηκε από τις στάχτες της, και ξανακάηκε κ.ο.κ.).
Μάλλον μια λέξη μόνο: ζήλεια· η αδυσώπητη επιθυμία να πλησιάσουμε το ιδιοφυές. Αυτό που μας κινητοποιεί τελικά να κάνουμε ό,τι κάνουμε.
O Leonard Cohen είχε γράψει τον επικήδειό του 30 χρόνια πριν πεθάνει. Ή μάλλον είχε ήδη πεθάνει 30 χρόνια πριν, όταν και τον... μετακόμισαν στον πύργο down the track.
“But you’ll be hearing from me, baby, long after I’m gone
I’ll be speaking to you sweetly
from a window in the tower of song”
Μια «εύκολη» προφητεία...

~

Δημήτρης Λεοντζάκος


Δύο τρία πράγματα που ίσως ξέρω για αυτόν
/L.C./
                                              

Έγραψε για το αήττητο μέλλον, για το μίσος της άεργης νύχτας, την αργή μοναξιά της αλήθειας, την ζάλη των υγρών κλειστών δωματίων, τις άρρυθμες όχθες του χορού της αγάπης, τις πραγματικές τρύπες στον απλό αέρα, για την σιωπή, τους κορμούς των απόντων πραγμάτων, τις φωτιές στα άστεγα μάτια των λευκών αγοριών, για τις ανοίκειες καμπάνες που ηχούν, για τα πουλιά στα μοναχικά σύρματα του μη ορατού, τον γδούπο του άυπνου αντρικού σώματος στο αμείλικτο φως, τα δάκρυα του Hitler, την βαρύτητα της αγάπης, τα ταξίδια της επιστροφής, τους πλατείς ποταμούς της λήθης, τις ρωγμές στον άφωνο καπνό του κόσμου, το ερυθρό στον λαιμό των κορυδαλλών, τις άπειρες αποστάσεις της ποίησης των φτερών τους, την Ύδρα των παιδιών που έρχονται, για την πτώση των φύλλων στην αγράμματη νύχτα, τις λεμονιές ως εντελώς ακατανόητες λέξεις, για τα άηχα όνειρα των παγωμένων μύθων, για τα παράθυρα των πραγματικών εβραίων, για την παγωνιά της αγάπης, για τις δύο πλευρές της ψυχής που δεν τέμνονται, για το πιστεύω των νεογέννητων ψαριών στον ωκεανό του τρόμου, για τις λεύκες, τις λευκές φάλαινες των αγρών, για όλα τα τέρατα που δεν μιλούν, τους στίχους που συστρέφουν τις πλέξεις του αδύνατου, για τις περιπετειώδεις σοφίτες των ματιών της, για την απαστράπτουσα πάχνη των λόφων του πόνου αργά το απόγευμα, για το μαύρο σχεδόν δέρμα των άγνωστων για πάντα σωμάτων, για την συνάντηση με αυτό που λέμε άμετρη απώλεια, για την γυναίκα που είναι η κλειστή πόρτα του ευρήματος, για τους αγγέλους του πραγματικού, για την κατοχή του παντός από μια αχνή πεταλούδα, για την κίνηση των κλαδιών όλων των δέντρων που δεν υπάρχουν, για δύο απλές πλάκες σαπουνιού με άρωμα αμύγδαλου, για τον θάνατο που είναι πιο λαμπρός απ’ τον ήλιο, για τις ρυτίδες της πάχνης στο πρόσωπο κανενός, για την έξοδο απ’ το νησί του παραδείσου, όπως την ζωγράφισε ο Marc Chagall, για τα απάνεμα βουνά του Ησαΐα, για τον πατέρα (τον νεκρό πατέρα), για τον νεκρό πατέρα όταν είσαι νεαρός και δεν μπορείς να μεγαλώσεις, για τα ατελείωτα καλοκαίρια της γλώσσα του,
με λίγα μόνο λόγια διότι φοράει καπέλο,
εκείνη την ριζική αμνησία των ασθενών του Oliver Sacks κατάσαρκα, διότι ακολούθησε μυστικός τον πρωθύστερο θάνατό του −  
σταθερά
προς το ρίγος του αόρατου.


Δυο ποιήματα του Λ. Κοέν [μτφρ.: Δ. Λεοντζάκος]

Καλοκαίρι-Haiku 

Για τον Frank και την Marian Scott

Σιωπή
και μια πιο βαθιά σιωπή
όταν το τριζόνι
διστάζει

(από την συλλογή "The Spice-Box of Earth")

[Κάθε άνθρωπος... ]  

Κάθε άνθρωπος
έχει έναν τρόπο να προδίδει
την επανάσταση
Αυτός είναι ο δικός μου

(από την συλλογή "The Energy of Slaves")

~

Όλγα Παπακώστα

ΦΕΡΤΕ ΜΟΥ ΕΝΑ ΜΑΝΤΟΛΙΝΟ

Το δεκάξι υπήρξε δίσεκτο για τις δισκοθήκες μας. Κεραυνοβόλησε αγαπημένους μουσικούς που είχαν ήδη προλάβει να γίνουν αθάνατοι και ακριβώς γι’ αυτό, ο θάνατός τους μας άφησε άναυδους. Η κατάρα του πένθους είναι, ως γνωστόν, τα κλισέ, οπότε οι ορφανοί φανς δεν έχουμε πολλά περιθώρια: ο Κοέν ήταν σπουδαίος. (Everybody knows.) Εξάλλου δεν πέθανε. (Everybody knows.)
Στα τέλη της (προ Σαζάμ) δεκαετίας του ’80, δέχθηκα ένα απροσδόκητο τηλεφώνημα από έναν φίλο του πατέρα μου. Ο κύριος Μαυρίκιος, ταξιτζής το επάγγελμα και λάτρης της μουσικής (στον ελεύθερο χρόνο του έπαιζε μαντολίνο), είχε μόλις ακούσει στο ραδιόφωνο κάποιο τραγούδι και με θερμοπαρακαλούσε (σιγοτραγουδώντας τον σκοπό) να του πω, αν ήξερα, ποιος το έλεγε, και να του βρω, αν μπορώ, τον δίσκο.
Μα ναι, έτσι γίνεται στις κηδείες: μετά το αρχικό σοκ, ο καθένας βρίσκει κι από μια ιστορία να πει για τον εκλιπόντα. Σε τι ωφελεί ο θάνατος; Στην απελευθέρωση της αγάπης, λέει η Λώρι Άντερσον στο Heart of a dog. Και ναι, σωστά το μαντέψατε, το τραγούδι ήταν το Dance me to the end of love.
Τώρα τρέμει το φυλλοκάρδι μου για τον Τομ Γουέιτς.

~


Κώστας Πλησιώτης

Λέοναρντ Κοέν: Poetopia
Μια εικονοπλαστική αποτύπωση του ποιητικού σύμπαντος του Λ.Κ.

“Η διαδικασία της συγγραφής για εμένα] θυμίζει μια αρκούδα που πέφτει πάνω σε ένα μελίσσι: πέφτω με τα μούτρα και κολλάω εκεί, και το μέλι είναι λαχταριστό, αλλά έχω κολλήσει και είναι απαίσιο και καθόλου κομψό και τόσο άβολο και τόσο μα τόσο επίπονο, μα κάτι το κάνει να φαντάζει αναπόφευκτο.”
 
Λέοναρντ Κοέν, συνέντευξη στον Pico Iyer, 19881

Ένα σύμπαν γαλήνιο. Μέσα στα όρια του, ακόμα κι αν είναι δυσδιάκριτα, κινείται ο ποιητής σε όλες του τις ηλικίες. Σε όλες του τις εποχές. Σε όλες τις εποχές. Περιδιαβαίνει σιωπηλός ανάμεσα σε πανύψηλα δέντρα που άλλοτε τα βλέπει μικρά, και τυφλώνεται από τον ήλιο που στέκει σαν φυλαχτό στο κέντρο του σύμπαντος και φωτίζει μόνο αυτό. Πάντα όμως κοιτάει ψηλά. Αν και οι εποχές περνούν, και τα χρόνια το ίδιο, ο χρόνος φαίνεται πως δεν κυλάει. Ίσως πάλι απλά κυλάει αργά. Τον παρατείνει η προσευχή του ποιητή. Ο Θεός του σύμπαντος δεν είναι παρά ο μοναδικός Θεός. Είναι ο αρχέγονος ίδιος, με τα πολλά βέβαια πρόσωπα. Σε όλες του τις ηλικίες. Σε όλες του τις εποχές. Σε όλες τις εποχές. Είναι η αφορμή να αμαρτήσει και να διεισδύσει εκ νέου στην εσωτερικότητά του. Μέσα του. Ο ποιητής στο σύμπαν αυτό αμαρτάνει πάντα μέσα του. Το θεϊκό βρίσκεται γύρω του. Η αμαρτία βρίσκεται μέσα του. Η επαφή, η πολύ βαθιά επαφή σε όλες τις ζωώδεις της προεκτάσεις. Η σκέψη σε προεκτάσεις του ασυνειδήτου. Το σύμπαν αυτό δεν είναι σύγχρονο. Είναι κομμάτι ενός αρχαίου δημιουργήματος στην άκρη ενός άλλου, πλέον σχεδόν παρωχημένου σύμπαντος. Το σύμπαν αυτό δεν είναι συγχρονισμένο. Πολλές φορές ο ποιητής βουτά ως παιδί στη θάλασσα από το κλαδί του δέντρου και σαν σκεφτεί το Θεό προβάλλει άντρας που κοιτά τον ήλιο με μάτια ορθάνοιχτα. Άλλοτε συμβαίνει το ίδιο, μα είναι ο ποιητής που έχει μπει στη σκέψη του Θεού. Οι ελάχιστες στιγμές που ταράζουν την έξω γαλήνη του σύμπαντος περιέχουν την εξής σκηνή: Ο ποιητής σκαρφαλώνει σε ένα δέντρο, κλαδί-κλαδί, με το βλέμμα πάντα να μην κοιτάει χαμηλά και σαφώς καρφωμένο στο στόχο. Το μελίσσι. Ο ποιητής φτάνει το μελίσσι. Τριγύρω οι μέλισσες του δίνουν πάντα μια ευκαιρία. Ο ποιητής πάντα απλώνει το χέρι του. Πιάνει το μελίσσι. Στο πρώτο τσίμπημα έρχεται και ο κρότος. Ο ποιητής πάντα ανάσκελα και ηδονικά να απολαμβάνει το μέλι, μα να απολαμβάνει και τα πολλαπλά τσιμπήματα. Ξανά και ξανά τα τσιμπήματα. Αφού πια κείτεται λιπόθυμος, η ησυχία στο σύμπαν έχει επανέλθει. Όταν ο ποιητής συνέλθει, η εμπειρία του αυτή γίνεται πρόφαση να αμαρτήσει μέσα του για να συνομιλήσει με το Θεό έξω του. Συνήθως, μετά από μια τέτοια εμπειρία ο ποιητής απομονώνεται στα δυσδιάκριτα όρια του σύμπαντος, εκεί που το φως και το σκοτάδι οφείλουν να ερωτοτροπούν, και μέσα από τους στίχους του εκτονώνει την σεξουαλική ένταση. Μονάχα, όμως, για να μπορέσει να την αναζωπυρώσει. Ο ποιητής στο σύμπαν του αδιάλειπτα ιντριγκάρει τη φύση, αδιάλειπτα προκαλεί το Θεό. Είναι αδιάλειπτα ποιητής.

~

Παναγιώτης Ιωαννίδης

«Να ξεχάσω, αδύνατον – μα δεν θυμάμαι τι»
για τον Leonard Cohen

Τρεις, τουλάχιστον, παράδεισοι θα ερίζουν, ποιος να τον πρωτοδεχτεί: ο εβραϊκός, της γενιάς του∙ ο βουδιστικός, που τον διάλεξε∙ ο χριστιανικός, των τόσων θαυμαστριών και θαυμαστών του.
Λένε: τα προσωπικά επιμνημόσυνα κείμενα δεν ενδιαφέρουν κανέναν. Λέω πως αν είναι όντως ανεπιτήδευτα προσωπικό (και όχι εγωτικό), ένα κείμενο πένθους και χαράς ενδεχομένως να αφορά κάθε πρόσωπο που έχει πενθήσει και χαρεί. Λέω να δοκιμάσω.
Η μαμά του φίλου μου, του Στέλιου, μας έβαζε ασταμάτητα ν’ ακούμε –και μας προέτρεπε να χορεύουμε– το Various Positions, όταν βγήκε το 1984. Παρότι αναγνωρίζαμε, και μας διασκέδαζε, το ‘μπουζούκι’ στο χασάπικο “Dance me to the end of love”, δεν νομίζω ότι καταλαβαίναμε –ή μας ένοιαζε να καταλάβουμε– και πολλά. Δεν ήταν δίσκος για μοντέρνους εφήβους αυτός. Δυο χρόνια αργότερα, στον κρύο αγγλικό Βορρά, η Maria Grazia, πλάι στην “Canzone dellamore perduto” του Fabrizio de André,  θα μου τραγουδούσε στην κιθάρα της το “Suzanne”. To Im your man του 1988 και το Futures του 1992, τα χορέψαμε όντως, εν μέρει, στα πάρτυ. Αλλά έπρεπε να έλθουν τα Ten New Songs του 2001, για να νιώσω τον Κοέν συντροφιά. Άργησε να μου αρέσει ο δίσκος αυτός – μα τότε, έπεσα με τα μούτρα στις αναδρομικές ακροάσεις. Που συνεχίζονται κι επαναλαμβάνονται. (Ήταν απώλεια ο θάνατος του Bowie – αλλά ο θάνατος του Cohen, σαν να τον ακούμπησε απαλά δίπλα μας για πάντα.) Με σωρό τις ‘ανακαλύψεις’∙ μια απ’ τις πρώτες: το επίμονο –σαν σκάλισμα νυχιού πτηνού στο πατημένο χώμα– ούτι να παρακαλεί: «Αγάπη, αγάπη, αγάπη, γύρνα πίσω» (στον ‘ζωντανό’, από το 1979, πολύ αγαπημένο, δίσκο του 2001, Field Commander Cohen.) Και την σταδιακή διαπίστωση ότι, όσο μεγαλώνει –όσο απομακρύνεται από τον αυστηρά φολκ τρόπο σύνθεσης αλλά και ερμηνείας που πρότεινε ο Ντύλαν–, τόσο περισσότερα τραγούδια του μ’ αρέσουν.
Έπρεπε όμως να περιμένω 15 χρόνια ακόμη, μέχρι το φετινό You want it darker, για κάτι εφάμιλλο των Δέκα Καινούργιων Τραγουδιών. Απροσδόκητο και τελικό.
Δεκατέσσερις δισκογραφημένες συλλογές τραγουδιών σε 50 χρόνια, δεν είναι πολλές, δεν είν’ και λίγες. Υπάρχουν όμως και οι (επίσημες και ανεπίσημες) ηχογραφήσεις συναυλιών – πιο πυκνές μετά το 2004, όταν, βρίσκοντας τον τραπεζικό του λογαριασμό αδειανό (η κάποτε ερωμένη του και επί πολλά έτη διαχειρίστια των οικονομικών του είχε φροντίσει σταδιακώς να αποσύρει κάμποσα εκατομμύρια δολλάρια), ο Κοέν ξανάρχισε τις περιοδείες, το 2008: στα 74 του. Τα οπτικά και ηχητικά τεκμήρια, που αυξάνονται και πληθύνονται (απλός δίσκος το Songs from the road, διπλός το Live in London, τριπλός το Live in Dublin), μαρτυρούν στιγμές χαρισάμενες –η φωνή του σαν να ‘χει ξανανιώσει– απίστευτης γλυκύτητας και άνεσης. Ο άνθρωπος που δεν άντεχε, στα νιάτα του, να τραγουδά σε κοινό, ξαναλέει πλήθος τραγούδια, πολλές φορές ‘καλύτερα’ κι από τις αρχικές ερμηνείες του. (Τα ίδια μαρτυρούν και όσοι είχαν το προνόμιο να τον ακούσουν στην Μαλακάσα το 2008.)
Είχαν, φυσικά, μεσολαβήσει πολλά. Και η απόσυρσή του σε βουδιστικό μοναστήρι της Καλιφόρνιας, πλάι στον επί σαράντα χρόνια γέρο δάσκαλό του Κυοζάν Τζόσου Σασάκι Ρόσι, από το 1993 ώς το 1999, ίσως να μην ήταν από τα λιγότερο σημαντικά.
Λένε πως οι πρώτες εκτελέσεις τραγουδιών δεν ξεπερνιούνται ποτέ – και πως από εκεί καταλαβαίνεις πόσο σπουδαίος καλλιτέχνης είναι ο πρώτος διδάξας. Όμως η λυσσασμένη ρούμπα που έφτιαξε ο Rufus Wainwright από το “Everybody knows”, ή το αργό kaddish που έγινε το “If it be your will” στα χείλη και στα χέρια του Anthony, νιώθω να δικαιώνουν υποδειγματικά την μεγαλοσύνη αυτών των τραγουδιών. Δικαίωση της κοινοκτημοσύνης: σαν κάποιες μπαλλάντες του Σκωτσέζου Ewan McColl, που γρήγορα τις υιοθέτησαν οι travelling people των νήσων της Βρετανίας και της Ιρλανδίας, ως δικά τους, ‘δημοτικά’ τραγούδια. (Όσο για το περίφημο “Hallelujah” –που παρατραγουδήθηκε, κατά τον ίδιο τον Κοέν– ούτε η επανεκτέλεση του Ντύλαν –παρεμπιπτόντως, θαρρώ δεν ήμαστε λίγοι όσοι σκεφτήκαμε πως, αν έπρεπε το Νομπέλ να πάει σε αγγλόφωνο τραγουδοποιό, τότε γιατί όχι στον Κοέν ή την Τζόνι Μίτσελλ, οι στίχοι των οποίων, αν και σαφώς λιγότερο γνωστοί, είναι μάλλον καλύτερη ποίηση από του σούπερσταρ Ντύλαν–, ούτε του Jeff Buckley, ούτε της k.d. lang: πάλι του Ρούφους Γουαίινραϊτ. Ίσως να με μαγεύει και να μ’ επηρεάζει η εξιστόρησή του: γειτονόπουλα με την Lorca, γόνοι τραγουδοποιών αμφότεροι, ο μπαμπάς της τους ετοίμαζε βραδινό στην κουζίνα, εξαφανιζόταν για λίγο, και κατέβαινε πάλι κοστουμαρισμένος για να βγει – τότε ο μικρός τιναζόταν: «Oh my God! Oh my God! Its Leonard Cohen! Its Leonard Cohen!”)
Να φταίει το γούστο μου, ο καιρός, ή και τα δυο, που όλα σχεδόν τα τραγούδια του που αγαπώ, ακούγονται  σαν προσευχές, σαν ύμνοι, ή σαν αργά εμβατήρια; Κάποιες στιγμές, η μουσική ξεχνιέται, παύει να (τον) απασχολεί∙ μα λάμπουν πάντα οι στίχοι. “I cant forget, but I dont remember what”.

*

Μαρία Βουμβάκη.  Τραγουδοποιός. Γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε πιάνο και ανώτερα θεωρητικά στο Εθνικό Ωδείο. Ασχολήθηκε μόνη της με την εφαρμογή της νέας μουσικής τεχνολογίας (synthesizers, samplers, τεχνικές studio) στις συνθέσεις της. Το 1991, στους Αγώνες Τραγουδιού της Καλαμάτας κέρδισε το Α’ Βραβείο. O πρώτος δίσκος της (Μέσα σε πόλεις και σε κύματα συγχρόνως, 1993)  εκδόθηκε  από τον  «Σείριο»  σε παραγωγή Μ. Χατζιδάκι. Ακολούθησαν άλλοι δύο ώς σήμερα: Πρόβες Αποχαιρετισμού (1999) και Το Τερραίν του Παραδείσου (2006). Εκτός απο τη μουσική, αγαπάει την τεχνολογία και τη θάλασσα.

Π.Ε. Δημητριάδης. Γεννήθηκε στην Αθήνα λόγω λάθους εκτίμησης στον τόπο καταγωγής και ανατροφής του, την Κέρκυρα. Τελείωσε το Γλωσσολογικό Θεσ/νίκης. Γράφει στίχους, που συνήθως (προσπαθεί να) κάνει τραγούδια, τα οποία και εκδίδει σε δίσκους, με τη συνδρομή των συνοδοιπόρων του στο συγκρότημα «Τα Παιδιά της Παλαιότητας» (πάλαι ποτέ «Κόρε. Ύδρο.»). Το 2011 εξέδωσε, ως επιστέγασμα παρέργου δεκαετίας, την ποιητική συλλογή Ξεκαθάρισμα Λογαριασμών.

Παναγιώτης Ιωαννίδης. Γράφει και μεταφράζει – ποίηματα, κυρίως, και δοκίμια. Βιβλία του: Το σωσίβιο (2008), Ακάλυπτος (2013), Πολωνία (2016). Είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού ΦΡΜΚ, και επιμελείται τις ποιητικές αναγνώσεις “Με τα λόγια (γίνεται)”.

Δημήτρης Λεοντζάκος. Έχει εκδώσει τις συλλογές Κόμικ (2001), Η Κίρκη ξαφνικά (2004), Κινέζικα (2010), Τα σκυλιά του Ακταίωνα (2014), Τίγρεις σε ενυδρείο (2016). Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συλλογικές εκδόσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Η συλλογή του Το μάτι και η Νύχτα είναι υπό έκδοση.

Όλγα Παπακώστα. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Το 2013 κυκλοφόρησε η ποιητική της συλλογή Όχι ακόμη Κάρμεν. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. 

Κώστας Πλησιώτης. Ποιητής και μεταφραστής. Τους τελευταίους μήνες ζει, σπουδάζει και γράφει στο Μπέρμιγχαμ του Ηνωμένου Βασιλείου.


[Στην εικόνα, ο Λ.Κ. από τον Αλέκο Παπαδάτο - λεπτομέρεια από το εξώφυλλο του τεύχους 72, Δεκ. 2016, του "The Books' Journal", όπου δημοσιεύθηκαν τα πιο πάνω κείμενα.]

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2016

νοέμβριος 2016 _ νάντη χατζηγεωργίου





















Νάντη Χατζηγεωργίου


ΜΕ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΙ ΑΘΩΟΤΗΤΑ


Όταν κανείς αποσυρθεί
λιγάκι από τα φιλικά
χτυπήματα στην πλάτη
το μόνο που παρηγορεί
είναι η αθωότητα
που δείχνουνε τ' αγόρια
στο άγγιγμα του σβέρκου των φίλων
αφού, για λόγους άγνωστους σ' εμάς,
ήρθανε προς στιγμήν στα χέρια

Στην ίδια γειτονιά
πίσω απ' τις ρόδες
ο νεαρός γάτος
κάνει υπομονή ώσπου
αρπάζει τελικά
στο τρυφερό του στόμα
ένα κουτσό περιστέρι

Για λίγα λεπτά
στον κόσμο όλο
τίποτα δεν μοιάζει
πιο δίκαιο



ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΗΣ ΑΦΙΣΑΣ

Μέσα βάφουν τους τοίχους μπλε ελβετικό
σκουπίζουν το λεκέ απ' το γιακά τους με αγιασμό
το παράθυρο δεν δείχνει πέρα
οι κουρτίνες είναι επαρκώς βαριές

Έξω τεράστιες δεν είναι οι κορομηλιές
γι' αυτό και τις παρατηρούν μονάχα
εκείνοι που πλαγιάζουν καταγής
το βήμα των περαστικών έχουν προσευχητάρι
και το εικονοστάσι τους κοσμούν
λουλούδια πλαστικά και το κορίτσι
απ' τη θεόρατη διαφημιστική αφίσα



ΣΥΜΦΩΝΟ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ

Μπροστά στον ίδιο καναπέ
στημένες δύο τηλεοράσεις
στα αριστερά
ιπτάμενοι Κινέζοι ξιφομάχοι
στα δεξιά ο καιρός

στη Μεσόγειο
οι άνεμοι πνέουν βόρειοι
– βορειοδυτικοί
ο Γιάο Λι πέφτει νεκρός
ασθενείς βροχοπτώσεις
καθώς μια τούφα απ' τα μαλλιά του
ανατολικά
φιλά το υγρό χώμα

η Σέβε γεννήθηκε
σε μια μικρή κινέζικη πόλη
για να προσέχει γυναίκα πια
στο διαμέρισμά του
τον θείο Πάρη



ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΑΣΤΕΡΑΚΙΑ

Στον πλανήτη Γη
ποιος ξέρει τί θα 'χε συμβεί
αν οι άνθρωποι μπορούσαν
να εκδικούνται με ιστορίες
κι αν αλήθεια γινόταν
ό,τι έβαζε ο νους

μια ώρα αρχύτερα ίσως
κάποιος θα ευχόταν το τέλος
κι ανάμεσα σε άπειρα άστρα
η μικρή μπαλίτσα
που αιωρείται στο κενό
από τον ήλιο θα είχε φαγωθεί

τη μέρα της καταστροφής
όπως όλες τις μέρες
κάποιος θα έβγαζε βόλτα το σκύλο του
Κύριε! –θα του 'λεγε
τραβώντας το λουρί
Κύριε, μισό λεπτό!
Έχετε ποτέ αναρωτηθεί
στο σύμπαν όλο
μας βλέπει άραγε κανείς
μας αγκαλιάζει
όπως μάθαμε με τον καιρό
τα πλάσματα αυτού του τόπου
να αγκαλιαζόμαστε
μεταξύ μας;




ΤΟ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΔΑΣΟΣ


Το γάλα στο στήθος της
πήγαινε χαμένο

Στην αίθουσα αναχωρήσεων
κάποιοι έχουν χαιρετήσει
τους νεκρούς τους
Άλλοι έχουν πολλούς νεκρούς
Συνήθισαν και δεν έχουν
διάθεση για αποχαιρετισμό
Η γη που αφήνουν πίσω
δεν έχει πια λουλούδια
και οι σοροί δίχως σάβανα
μια στοιβαγμένη αγκαλιά
Ο νέος τόπος
θα προσφέρει απλόχερα
το χώμα του
να θυμηθούν πώς γίνεται
ανάμεσα στους ανθρώπους
ο αποχωρισμός
Για τελετή θα αγκαλιάσουν
τα δέντρα

Εκεί τίποτε δεν θα εμποδίσει
αυτό το κορίτσι να θηλάσει
έναν μικρό λύκο



ΠΡΟΣΕΥΧΗ

κάνε θεούλη
το σώμα μου μήλο
να χαιρετήσω το δέντρο

δίχως βάρος για λίγο
να πέσω γλυκά
να ακουμπήσω μετά

αυτό που φορές
μοιάζει ασήκωτο

σε μια καινούρια
από χώμα αγκαλιά

εκεί όπου πια

δεν είναι παρά
το βάρος ενός μήλου

*

Νάντη Χατζηγεωργίου. Μεγάλωσε στην Ερμούπολη της Σύρου. Σπούδασε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μελετά ανθρωπολογία, χορό και παραδοσιακή μουσική.