Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

ιούλιος 2016 _ αλεξάνδρα πλαστήρα




















Αλεξάνδρα Πλαστήρα

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΟΡΡΑ

Ήταν σαν έμμονη ιδέα
να σταθούμε στην πλώρη
Περνούσαν τα νησάκια
τοσοδούτσικα
μ’ ένα σπιτάκι
μαύρο ή κόκκινο
στα δέντρα
Όλο και κάποιος 
περίμενε κάποιον
Είδαμε κι εμείς
πώς ανταμώνουν

~

Η ΑΡΧΗ ΜΟΥ

Όταν αφήνω 
τον ορίζοντα
σκάβω για λέξη
τρώω χώμα
όλο πιο κάτω
κάθε λογής 
και παρακάτω
όλο πιο μαύρο
Σκάβω 
δεν βρίσκω
βρωμίζω
ελπίζω
μήπως πιο κάτω

~

ΣΤΕΝΟΧΩΡΙΕΣ

Για κακή του τύχη
το λένε ψαροβασιλιά
και ντρέπεται πολύ
για τ' όνομά του
γι' αυτό και κρυμμένο
στα καλάμια
κελαηδάει για τα ψαράκια
που αυτά στον αέρα
ζωή δεν έχουν
και κελαηδάει γι' αυτά
που έχασαν τα βάθη

~

ΠΛΗΣΙΑΖΟΥΝ ΑΛΟΓΑ

Στον καναπέ ξαπλωμένη
υφίσταμαι επιδρομή
Ποιος είσαι άνθρωπέ μου;
Ασφαλώς ηγείσαι
πανάρχαιας φυλής
Πολύ με τιμάς
Δεν θέλω να σε προσβάλω
μα εγώ μόλις γύρισα 
κατάκοπη στο παρόν

~

ΕΧΩ ΜΠΛΕΞΕΙ

Πάλι στης Βίβλου τα μονοπάτια
κατσικούλες και ληστές
τη φωνή του θεού 
ακούνε αίφνης
Ξαναπέφτω κι εγώ στα γόνατα
Μ' εμένα Κύριέ μου τι θα γίνει;
Εσύ όχι ακόμα λέει
και στέκομαι άκρη άκρη 
γιατί στη μέση
περνάνε οι σωσμένοι
καμαρωτά

*

Αλεξάνδρα Πλαστήρα. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία και μελέτησε μουσική. Εργάζεται ως επιμελήτρια κειμένων. 




Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

ιούνιος 2016 _ δημήτρης λεοντζάκος + ιουλιανός από υπάρχων [μτφρ.: αντώνης ψάλτης]













Δημήτρης Λεοντζάκος
ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ 
Τίποτα  ευγενικό  δεν έχει  η  γη. Ο ουρανός αυτών των γιγάντιων, μαύρων, ανάποδων πουλιών.
Αρπακτικότερο το μελάνι τους όλο και κατεβαίνει. Βαθαίνει ανεξίτηλα στο επίπεδο σώμα μας. Αναίτια όντα αναπνέουμε σχεδόν τα πάντα. Εμείς τα ψάρια ενός διάφανου κόσμου. Ενός ριζόχαρτου οι άπειροι, απρόσιτοι πόροι.
Τα δάκρυά μας είναι το σώμα μιας άγνωστης γλώσσας. Βουβής,  επιθετικής,  λευκής  και  αφιλόξενης.
Μόνο μια φωνή από χώμα, μακρινή, που αναγνωρίζουμε ως φιλική, μας συντροφεύει. Στα σκοτεινά όνειρα  των τυφλών λαβυρίνθων, που ονομάζουμε μάτια. Μας μιλά. Μιλά και δεν μπορούμε να εντοπίσουμε στον χώρο.
Το όνομά της κλαίει γοερά. Σαν εφιάλτης και σαν τον ήχο δύο τεράστιων,  πάλλευκων φτερών την νύχτα.
~

ΠΟΛΩΝΙΑ
Πολωνία είναι ο πόνος. Χώρα φανταστικών, υψηλών καταγωγών. Ευγενών. Αν και το υψηλό δεν έχει τίποτα το ευγενικό. Πολωνία είναι ο πόνος. Χώρα απ’ όπου κατάγεται το υψηλό, ένα μικρό αλλά κρίσιμο κομμάτι από το σώμα του, ένα ακριβές κομμάτι απ’ το σώμα της τρέλας επίσης. Δεν ξέρω βεβαίως εάν είναι απ’ το πόδι της. Δεν διατείνομαι αυτό. Ο Nietzsche, που είχε επίσης −κάπως καθυστερημένα είναι η αλήθεια−  δηλωθεί  Πολωνός, το σούρουπο που αποφάσισε να βυθιστεί στην άνοια, στην τρέλα, φίλησε ένα περαστικό άλογο στο κεφάλι. Δεν το βρίσκω καθόλου παράλογο. Εγώ αυτό το λέω Άγγελο. Ο Άγγελος αυτού του κόσμου είναι από πόνο. Ο Άγγελος της Ιστορίας είναι Πολωνός. Ο Klee τον ζωγράφισε. Ο Benjamin έγραψε για αυτόν.   

*

Ιουλιανός από Υπάρχων [από την Παλατινή Ανθολογία]

[Στέφος πλέκων ποθ΄ εὗρον...]

Κάποτε καθώς έπλεκα στεφάνι
στα ρόδα μέσα ο έρωτας εφάνη.

Ευθύς απ’ τα φτερά του τον γραπώνω
μέσα στο κρασί μου και τον λιώνω.

Πίνω απ’ την κούπα μια γουλιά
κι έκτοτε μου γαργαλά τα σωθικά.

– μετάφραση: Αντώνης Ψάλτης

***

Δημήτρης Λεοντζάκος. Γεννήθηκε το στην Καβάλα. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Βιβλία του με ποίηση: Κόμικ (2001), Η Κίρκη ξαφνικά (2004], Κινέζικα (2010), Tα σκυλιά του Ακταίωνα (2014), Τίγρεις σε ενυδρείο (2016), Tο μάτι και η Νύχτα (υπό έκδοση). Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συλλογικές εκδόσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Αντώνης Ψάλτης. Γεννήθηκε το 1977. Κατάγεται απ' την Κρανιά Ολύμπου. Εργάζεται και κατοικοεδρεύει στην Λάρισα.

Κυριακή, 1 Μαΐου 2016

μάιος 2016 _ μάριος χατζηπροκοπίου




Μάριος Χατζηπροκοπίου

η κερασιά

Ο κήπος του πατρικού στις φλόγες
«χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια»
μπουκιές βενζίνη μες σε κάθε ρίζα δέντρου
που 'χε φυτέψει ο γενάρχης, πριν λιώσει,
να πλέουν σε λαδάκι αμνιακό
αμυγδαλιές, ροδιές και καρυδιές
συκιές, κυδωνιές, η μητρική ρικιά  
που αρρώστησε και την κλαδέψαμε

την κάναμε καυσόξυλα
κείτονται ξερά, εκεί που άλλοτε
φιλιούνταν οι απόγονοι
με τους παράνομους δεσμούς τους.

Όταν μαθεύτηκε, τους αποκλήρωσαν. 

Και όταν πέρασε στην κατοχή της 
Η μονάκριβη ξεπούλησε το κτήμα. 

Ο κήπος του πατρικού, βαμβάκι 
με οινόπνευμα
σε κάθε αγριόχορτο που ξεπετάγεται

Και οι έποικοι, γκαζόν. Με αυτόματο πότισμα
ποιος να σώσει τη φωτιά.

(Φέτος το Πάσχα 
πήδηξα τα κάγκελα
φύτεψα λαθραία κερασιά.)


~


κοιτώντας το γράμμα της να καίγεται

«αχ!»  

Έτσι τελειώνει η μαμά την προσευχή 
και άρον-άρον 
ξεκρεμιέται από τον ουρανό. 

«Θα γίνουν όλα έτσι;
Όπως τα παρακαλώ;» 

Ζαρώνει από την αμφιβολία. Με δύσπιστα μάτια
ζητιανεύει. Με το κλάμα 
κυβερνά. 

Και να στα χείλη στο σαγόνι τρέμει ξαναπέφτει 
λεζάντα: «Η μαμά σε απελπισία». 

Ενός λεπτού «ελπίζω»
Ένα φυγόσθενο «αχ» το μαραίνει
Ένα «φοβάμαι άρα επιζώ».


~


αυλός εναντίον Aυλίδος

Τον λώρο του μωρού
παλιά τον έθαβαν στο χώμα, στην αυλή
σήμερα πιο συχνά τον λήγουν
στα σκουπίδια. 

Όμως εκείνη, του μονάκριβου τον λώρο
Τον φυλούσε   Από χώματα και χωματερές
Τον συντηρούσε επιμελώς 
Σε γυάλα 
Γλυκό του κουταλιού 
Του σέρβιρε, τον τάιζε 
Μπουκίτσες, κατ' ευθείαν στο στόμα 
-'μια τελευταία, για τη μαμά
τη δύναμή σου'-
Από το κοινό τους σώμα.

Ώς   Να τον κάνει Άντρα.

Κεράκια δεκατέσσερα
στη μέση ο μονάκριβος
με τις γροθιές τα σβήνει 
ισοπεδώνει στρώσεις παντεσπάνι, ώς τον πάτο
ώς τον αμνιακό βυθό της τούρτας. Δώρο-έκπληξη.

Το αναγνωρίζει. Σάρκα από τη σάρκα του. 

Ξεθεμελιώνει το κουλουριασμένο φίδι.

Σαν λάσο το τινάζει
Να αρπάξει τη φαρμάκισσα
Να πνίξει τη μαγείρισσα
Κόκκινος από έφηβο θυμό. 

Όμως, απάνω στα μπουμπουνητά
παίρνει μια ανάσα. Φυσάει   Τα δεκατέσσερά του χρόνια 
μες στο πλοκάμι, το αποδεικτικό φιρμάνι του τέως 
γάμου τους
–πλοκάμι εκείνο που με το μελάνι του απειλούσε
να πλέξει το γραμμένο του, να τον θηλάσει μοίρα
ανεξίτηλη–

φυσάει 
φυσάει 

ώσπου ο λώρος έγινε αυλός έγινε κόσμος
εκείνη χορευτό παιδάκι εκείνος αυλητής 
το σπίτι δάσος, το σχολείο
πέλαγος

και τη ζωή του επί τέλους 
ξεκινούσε. Μόνος. Πρίμος αέρας. Όρτσα τα πανιά.

Χωρίς θυσία


*


Μάριος Χατζηπροκοπίου. Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη. Εργάζεται στο μεταίχμιο μεταξύ ποίησης, επιτέλεσης και εθνογραφίας. Σπούδασε Ιστορία και Θέατρο στη Θεσσαλονίκη, Εικαστικές Τέχνες στο Παρίσι, και, σε μεταπτυχιακό επίπεδο,  Ανθρωπολογία της Επιτέλεσης (Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales). Είναι διδάσκων και υποψήφιος διδάκτωρ στον τομέα Σπουδών Επιτέλεσης του Aberystwyth University. Ποιήματα και μεταφράσεις του έχουν δημοσιευθεί στα  περιοδικά "Εντευκτήριο", "The Books' Journal" και "[ΦΡΜΚ]", και συμπεριληφθεί στην ανθολογία τού Θ. Χιώτη, Futures: Poetry of the Greek Crisis (2015).


Παρασκευή, 1 Απριλίου 2016

απρίλιος 2016 _ ελίζαμπεθ μπίσοπ













ELIZABETH BISHOP: 18 ΠΟΙΗΜΑΤΑ

μεταφράσεις: Ορφέας Απέργης, Αντωνία Γουναροπούλου-Τουρίκη, Γιάννης Δούκας, Λένια Ζαφειροπούλου, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Παναγιώτης Ιωαννίδης, Λένα Καλλέργη, Στέργιος Μήτας, Άρτεμις Μιχαηλίδου, Κώστας Πλησιώτης, Θοδωρής Χιώτης
κείμενο, ανθολόγηση, επιμέλεια: Παναγιώτης Ιωαννίδης


Όνειρο σ' άλλο όνειρο αγνάντι,
και το ντουλάπι πλέον άδειο μένει.
Η γάτα για κυνήγι βγαίνει.
Το ρυάκι ψάχνει στα τυφλά το σκαλοπάτι.
Σπάνια συμβαίνει ο κόσμος να αλλάξει,
αλλά το πόδι κρέμεται βρεγμένο
μέχρι να 'ρθεί ένα πουλί πετούμενο
και δύο νότες σε ορθή γωνία να ταιριάξει.
[από το ποίημα "Κυριακή, 4 π.μ." μτφρ.: Π.I.]


Η Ελίζαμπεθ Μπίσοπ γεννήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 1911 στο Γούστερ της Μασσαχουσέττης των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Η μητέρα της ήταν δασκάλα – κατόπιν νοσοκόμα. Ο πατέρας της –που πέθανε οκτώ μήνες μετά την γέννησή της– ήταν υποδιευθυντής της οικογενειακής κατασκευαστικής εταιρείας η οποία είχε χτίσει, μεταξύ άλλων, την Δημόσια Βιβλιοθήκη και το Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστόνης.
Η Μπίσοπ είναι τεσσάρων χρονών όταν η μητέρα της εισάγεται σε ψυχιατρικό νοσοκομείο. Οι εκ πατρός παππούδες της σχεδόν απάγουν την εγκαταλελειμμένη Ελίζαμπεθ. Ζώντας μαζί τους για εννιά μήνες, εκδηλώνει άσθμα, βρογχίτιδα, έκζεμα, και άλλα νοσήματα. Το 1918, μετακομίζει στης θείας της, Μωντ Σέπερντσον, στην Βοστόνη. Αργότερα, θα πει: “Άρχισα να γράφω ποίηση στα οκτώ μου... Πότε πήγαινα σχολείο, πότε δεν πήγαινα, αλλά θυμάμαι πρωτίστως να πλαγιάζω στο κρεβάτι κοντανασαίνοντας και διαβάζοντας – και την καλή μου θεία Μωντ, να βγαίνει να μου ψωνίζει κι άλλα βιβλία.”
Έφηβη, ωστόσο, θα διακριθεί στην κολύμβηση – κι αρχίζει να δημοσιεύει ποιήματα και διηγήματα.

ΕΙΣ C. W. B.

I.

Να ζούμε στη γαλήνη του βουερού χειμώνα, σιωπηλές
πομπές ελάφια, με αργυρά στεφάνια, απαλά διαβαίνουν·
με τους φίλους τους, λευκά κουνέλια, πλάι στις οπλές.
Κι οι φίνες τούφες του χιονιού, γύρω μας θα επιμένουν.

Πιο όμορφες κι από τα περιστέρια, οι σκέψεις μας θα ζουν.
Με τούρτες γάμου θα τρεφόμαστε, από κρυστάλλινα νερά.
Το σπίτι μας, δυο πήχες ύφασμα –κόκκινο– τραπεζιού.
Στα χέρια και τα πόδια μας, γαντάκια πορφυρά.

II.

Να ζούμε εκεί, στη γη του δάσους που άλλοτε ψιθυρίζει
και άλλοτε τραγουδά: ο ράμνος, η σημύδα και η λεύκη.
Η προσευχή μας στο γαλαζωπό αεράκι θα σφυρίζει.
Ναό από βρύα – και άνθη για ροζάριο μας πλέκει.

Εκεί, όπου τα όνειρά μας θάλλουν διάφανα: κεντήματα
με ήλιο ή με νερό, και καθετί που ο ύπνος σου θα θέλει.
Θα καλωσορίζουμε το κάθε πρωινό, με τα άσπρα βήματά
του, θα δειπνούμε με αστραφτερά ψάρια μικρά και μέλι.

III.

Να ζούμε εκεί, όπου το σούρουπο επιβιώνει – και ήδη
ποτίζει ένα βαθύ γαλάζιο του ύπνου. Ας σκεπαστούμε.
Το νάνο με σφυρίχτρα ιτιάς, στο δροσερό γρασίδι,
και τον πελαργό – θα στρώσουμε να υποδεχθούμε.

Μισοκοιμισμένοι, μισοξύπνιοι, ξέρουμε και ακούμε:
το απαλό «Ελέησον», το χελιδόνι ψάλλει, κι ύμνους.
Εκεί όπου τα άγρια μούρα ανθίζουν, θα χαθούμε.
Θα τα τρώμε με το τσάι μας, σε κούπες από κρίνους.

[μτφρ.: Στέργιος Μήτας]


Το 1930, γίνεται δεκτή στο Κολλέγιο Βάσσαρ, όπου ιδρύει και διευθύνει το περιοδικό Con Spirito.
Το 1934, γνωρίζεται με την, 47χρονη τότε, ήδη διακεκριμένη ποιήτρια, Μαριάνν Μουρ. Δυο μήνες αργότερα, πεθαίνει η μητέρα της. Χρόνια μετά, θα γράψει στην ποιήτρια Ανν Στήβενσον: “Γνώρισα την Μι Μι. Πέθανε η μητέρα. Αποφοίτησα.” Μετακομίζει στην Ν. Υόρκη.
Το 1935, η Μουρ ανθολογεί τρία ποιήματα της Μπίσοπ, και τα συνοδεύει με μια σύντομη εισαγωγή: είναι το πρώτο δείγμα καταξίωσής της ως ποιήτριας. Την ίδια χρονιά, κάνει το πρώτο της ταξίδι στην Ευρώπη. Μαθαίνει να παίζει κλαβίχορδο, είδος προγόνου του σημερινού πιάνου. Αργότερα θα πει: “Σπούδασα μουσική –πιάνο και αντίστιξη– [...] (Με [το ποίημα, τα] “Κοκόρια”, θυμάμαι, είχα κολλήσει αρκετά, και χάρη σε μια ηχογράφηση του Κερκπάτρικ –είχα κάνει μερικά μαθήματα μαζί του πριν πολύ καιρό– να παίζει Σκαρλάττι, κατάφερα να το ξαναπιάσω πάλι σ' έναν συγκεκριμένο ρυθμό.)” 

Πλουσιοπάροχα τής ανταπέδωσε η Μουσική την αγάπη και την αφοσίωση της αυτή: πάμπολλα ποιήματά της μελοποιήθηκαν –και μελοποιούνται ακόμη– από δεκάδες συνθέτες, μεταξύ των οποίων και σημαντικοί Αμερικανοί.


[ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ... ]

Το παρελθόν
τουλάχιστον
είναι ευγενές:
παραμένει αφανές.

Το παρόν όμως
είναι πρόσφατο όντως.
Κάνει πολλή φασαρία
και δεν δίνει μία.

Το μέλλον βουτά
μες στα νερά
γοργό σαν τον βράχο,
μονάχο μονάχο.

[μτφρ.: Παναγιώτης Ιωαννίδης]


Το 1938, εγκαθίσταται στο Κη Γουέστ για εννιά χρόνια, όπου και αγοράζει ένα σπίτι μαζί με την κατά δύο χρόνια νεότερή της Λουίζ Κραίην, την οποία είχε γνωρίσει στο Βάσσαρ. Ακούει τζαζ.
Ιδού ένα μη δημοσιευμένο ποίημά της, γραμμένο την δεκαετία του 1940:


ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗΣ

Κατεβαίνει τη σκοτεινή της σκάλα
              κλωστή μέσ' απ' την πέτρα
              κλωστή μες στον αέρα
καταδικασμένη να 'ναι μακρινή
              καταδικασμένη
              σε κωφότητα
άχρωμο γεγονός στο γεγονός
              άχρωμο μέλος
              στο μέλος, στον βράχο
όπου σκοτεινό δίκτυο από φλέβες εμφανίζεται
              κατάλληλα λεπτοφυές,
              αλλά όχι εκείνη
που οι ψυχρές μακριές της αρτηρίες
              οδηγούν σε κρυστάλλινα
              τριχοειδή
σε σάρκα, ύφασμα, αθεμελίωτο
              υδρόσωμα
              υδροδέσμιο.
Ω τρέμε τις τρομερές της σκέψεις
              που η πτώση τις ακολουθεί
              εκεί όπου δεν μπορείς ·
η ίδια και οι ίδιες πάλι
              πνιχτή κραυγή απώλειας
              σε κρύα καταχνιά
Ήταν εκούσια, ή αδικημένη;
              Η απάνθρωπη στιγμή
              παρατείνεται,
ο άνθρωπος ταξιδευτής έρπει
              αδέξια κατεβαίνει
              τα σπασμένα σκαλιά της.

[μτφρ.: Λένια Ζαφειροπούλου]


Το 1942, της συστήνουν, στην Ν.Υόρκη, την αριστοκρατικής καταγωγής Βραζιλιάνα, Μαρία Καρλότα Κοστελλάτ ντε Μασέντο Σοάρες – την “Λότα”.
Το 1946, εκδίδεται η πρώτη συλλογή της: Βορράς κ' Νότος. Περιέχει 30 ποιήματα. Γράφει στην Μαριάνν Μουρ, στις 29 Αυγούστου: “Το βιβλίο μοιάζει τόσο λεπτό και λέει τόσο λίγα, στην πραγματικότητα. Ας είναι, την επόμενη φορά ελπίζω να κάνω κάτι καλύτερο.”
Δυο ποιήματα από το βιβλίο αυτό:


CASABIANCA

Η αγάπη είναι το αγόρι που στεκόταν στο φλεγόμενο κατάστρωμα
και πάσχιζε ν’ απαγγείλει: «Το αγόρι στεκόταν στο
φλεγόμενο κατάστρωμα». Η αγάπη είναι ο μικρός
            που στεκόταν και τραύλιζε αγορεύσεις
            καθώς το άμοιρο πλοίο καιγόταν, βυθιζόταν.

Η αγάπη είναι το ξεροκέφαλο αγόρι, το πλοίο,
ακόμη κι οι ναύτες όταν κολυμπούσαν, που
θα ’θελαν κι αυτοί μια σχολική εξέδρα,
            ή ένα πρόσχημα να μείνουν
            στο κατάστρωμα. Και η αγάπη είναι το φλεγόμενο αγόρι.

[μτφρ.: Αντωνία Γουναροπούλου-Τουρίκη]



CHEMIN DE FER

Μόνη στις γραμμές του τρένου
περπάτησα με χτυποκάρδι.
Οι στρωτήρες πολύ λίγο απείχαν
ή ίσως πάρα πολύ.

Το τοπίο ήταν φτωχό: βελανιδιές
και πεύκα, φυλλώματα γκρι
και πράσινα ανακατεμένα· πέρα
είδα τη λίμνη τη μικρή

όπου ζει ο βρώμικος γέρο-ερημίτης,
να κείται σαν δάκρυ παλιό
επιμένοντας στα τραύματά του
με διαύγεια, χρόνο με το χρόνο.

Ο ερημίτης έριξε με το όπλο του
δίπλα στην καλύβα του σείστηκε το δέντρο.
Ρυτίδωσαν τα νερά της λίμνης.
Η κότα του έκανε κο-κο-κο.

«Η αγάπη πρέπει να γίνει πράξη!»
φώναξε ο γέρος ερημίτης δυνατά.
Πάνω απ’ τη λίμνη, προσπάθησε μια ηχώ
να το επιβεβαιώσει, ξανά και ξανά.

[μτφρ.: Λένα Καλλέργη]


Για το επόμενο, περίφημο ποίημά της, τον “Άνθρωπο-Λεπιδόπτερο” ή “Άνθρωπο-Σκώρο” ή “Άνθρωπο-Μαμμούθ”, μιας κι ο τίτλος του βασίστηκε σ' ένα τυπογραφικό λάθος –“manmoth” αντί “mammoth”– θα πει το 1962:
“Το ποίημα γράφτηκε το 1935, τον πρώτο καιρό που ζούσα στην Νέα Υόρκη.
Έχω ξεχάσει τι ήταν αυτό που υποτίθεται ότι ήταν “σαν μαμμούθ”. Αλλά το τυπογραφικό λάθος έμοιαζε προορισμένο για μένα. Μια πυθία μιλούσε απ' την σελίδα των “Νιου Γυορκ Τάιμς”, εξηγώντας μου ευγενικά την Νέα Υόρκη, τουλάχιστον προς στιγμήν.
Μας προσφέρονται τέτοιες χρησμικές δηλώσεις συνεχώς, αλλά συχνά μας διαφεύγουν, βαριόμαστε και δεν τις καταγράφουμε λεπτομερώς, ή το νόημά τους αρνείται να σταθεί ήσυχο σε μια μεριά. Αυτό το ποίημα μού φαίνεται πως στάθηκε ήσυχο αρκετά – αλλά όπως έλεγε και ο Φατς Γουώλλερ, “Ποτέ δεν ξέρεις, ε;””


Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ-ΛΕΠΙΔΟΠΤΕΡΟ

Εδώ, ψηλά,
οι ρωγμές των κτιρίων είναι γεμάτες με στραπατσαρισμένο σεληνόφως.
Η ολόσωμη σκιά του Ανθρώπου είναι τόσο μικρή όσο το καπέλο του.
Απλώνεται στα πόδια του σαν κυκλική σκηνή για μία κούκλα,
κι αυτός είναι μια ανεστραμμένη βελόνα, η αιχμή του μαγνητίζεται από τη σελήνη.
Δεν βλέπει τη σελήνη: μοναχά παρατηρεί την απέραντη επικράτειά της,
κι αισθάνεται το παράξενο φως πάνω στα χέρια του, ούτε θερμό ούτε ψυχρό,
με μια θερμοκρασία που είναι αδύνατο να αποτυπωθεί στο θερμόμετρο.

Μα όταν ο Άνθρωπος-Λεπιδόπτερο
πραγματοποιεί τις σπάνιες, αν και σποραδικές, επισκέψεις του στο έδαφος,
η σελήνη τού φαίνεται εντελώς διαφορετική. Αναδύεται
από μια χαραμάδα στην άκρη ενός πεζοδρομίου
και αρχίζει νευρικά να αναρριχάται πάνω στα κτίρια.
Νομίζει πως η σελήνη είναι μία μικρή τρύπα στην κορυφή του ουρανού
πράγμα που αποδεικνύει πως ο ουρανός δεν παρέχει καμία ασφάλεια.
Τρέμει από τον φόβο του αλλά πρέπει να διερευνήσει αυτή την υπόθεση ανεβαίνοντας όσο πιο ψηλά μπορεί.

Εκεί πάνω στις προσόψεις,
η σκιά του σέρνεται σαν το πανί του φωτογράφου πίσω από την πλάτη του,
σκαρφαλώνει με φόβο και σκέφτεται πως αυτή τη φορά θα καταφέρει
να σπρώξει το μικρό του κεφάλι μέσα από αυτό το ολοστρόγγυλο άνοιγμα
και θα περάσει με τη βία, σαν μέσα από σωλήνα, ένας μαύρος πάπυρος πάνω στο φως
(Ο Άνθρωπος, που στέκεται από κάτω, δεν τρέφει τέτοιες ψευδαισθήσεις.)
Αλλά ο Άνθρωπος-Λεπιδόπτερο οφείλει να πράξει εκείνο που περισσότερο απ’ όλα φοβάται, μολονότι
φυσικά αποτυγχάνει και πέφτει πίσω ξανά τρομαγμένος, αλλά εντελώς ανέπαφος.

Έπειτα επιστρέφει στις χλωμές υπόγειες στοές από τσιμέντο που ονομάζει σπίτι του.  Αλαφροπετά,
φτερουγίζει και δεν καταφέρνει να επιβιβαστεί στα αθόρυβα τραίνα
 όσο γρήγορα θα 'θελε: Οι πόρτες κλείνουν αστραπιαία.
Ο Άνθρωπος-Λεπιδόπτερο κάθεται πάντα ανάποδα προς τη φορά της κίνησης
και το τρένο ξεκινά αμέσως με την πιο ψηλή, τρομακτική του ταχύτητα
χωρίς καμία κλιμάκωση στην επιτάχυνση.
Κι εκείνος δεν μπορεί να υπολογίσει την ταχύτητα με την οποία ταξιδεύει προς τα πίσω.

Κάθε νύχτα είναι υποχρεωμένος
να μεταφέρεται μέσα από τεχνητά τούνελ και να ονειρεύεται επαναλαμβανόμενα όνειρα.
Ακριβώς όπως οι ξύλινες δοκοί επαναλαμβάνονται κάτω από το τρένο του, τα όνειρα διατρέχουν
την ξέφρενη κίνηση του μυαλού του. Δεν τολμά να κοιτάξει έξω από το παράθυρο,
επειδή η τρίτη ράγα, η αδιάκοπη ροή δηλητηρίου,
κυλά εκεί δίπλα του. Την θεωρεί μία ασθένεια
στην οποία έχει αναπτύξει μία κληρονομική ευπάθεια.  Πρέπει να κρατά
τα χέρια του μέσα στις τσέπες του, όπως άλλοι πνίγουν τη φωνή τους μ' ένα σάλι.

Αν τον πιάσεις,
ρίξε μέσα στο μάτι του το φως ενός φακού. Εκεί θα δεις μόνον την κόρη,
που είναι μια νύχτα κατασκότεινη, και κοιτάζει προς τα πίσω, ενώ ο ορίζοντας των βλεφαρίδων σφαλίζει κλείνοντας μέσα του το μάτι. Έπειτα μέσα από τα βλέφαρα
ένα δάκρυ, η μοναδική του περιουσία, σαν το κεντρί μιας μέλισσας, γλιστρά.
Κρυφά το παίρνει στην παλάμη του, κι αν δεν προσέξεις
θα το καταπιεί. Όμως, αν κοιτάς προσεκτικά, θα σου το δώσει,
δροσερό σα να βγήκε από πηγή υπόγεια και λαγαρό για να το πιεις.

[μτφρ.: Κατερίνα Ηλιοπούλου]


Κι άλλο ένα ποίημα από το Βορράς κ' Νότος:


ΤΟ ΖΙΖΑΝΙΟ

Όνειρο είδα ότι νεκρή, συλλογισμένη,
σε μνήμα ξάπλωνα, ή σε κρεβάτι,
(μια κάμαρα ήταν, πάντως, κρύα και στενή).
Στην κρύα καρδιά, η τελευταία της σκέψη
έμενε παγωμένη, κι είχε γίνει τεράστια και καθάρια,
καθώς εγώ ήμουν εκεί ασάλευτη και αδρανής·
και παραμείναμε μαζί αμετάβλητες
για έναν χρόνο, ένα λεπτό, μια ώρα.
Ξάφνου, υπήρξε κάποια κίνηση,
που μέσα εκεί αιφνιδίασε σαν έκρηξη
όλες τις αισθήσεις. Ύστερα καταλάγιασε
σε σύρσιμο επίμονο, προσεκτικό
στο μέρος της καρδιάς,
και με σκούντηξε απ’ τον απεγνωσμένο ύπνο.
Σήκωσα το κεφάλι. Ένα λεπτό, νεαρό ζιζάνιο
είχε ανοίξει δρόμο μέσ’ απ’ την καρδιά και το
χλωρό κεφάλι του σάλευε πάνω στο στήθος.
(Αυτά όλα γίνονταν μες στο σκοτάδι.)
Ψήλωσε μια ίντσα σαν γρασίδι·
ύστερα, βλάστησε από το πλάι του ένα φύλλο
ίδιο σημαία που κυματίζει κι αναδεύεται, κι έπειτα
κουνήθηκαν δυο φύλλα σαν σηματωρός.
Σκλήρυνε ο βλαστός. Οι νευρικές του ρίζες
απλώθηκαν στις δυο πλευρές· το κομψό κεφάλι
άλλαξε θέση – μυστήριο,
αφού ήλιος δεν υπήρχε, ούτε φεγγάρι
για να τραβήξει τη νεαρή του προσοχή.
Η ριζωμένη καρδιά πήρε ν’ αλλάζει
(όχι να χτυπά) κι έπειτα σκίστηκε στα δυο
κι απ’ αυτήν ξεχύθηκε κατακλυσμός νερών.
Δυο ποταμοί ξεπήδησαν απ’ τις πλευρές της,
αριστερά ο ένας, ο άλλος δεξιά,
δυο χείμαρροι ορμητικοί, ημιδιάφανοι,
(πάνω στα πλευρά γίνονταν καταρράκτες)
που δίχως παρεκκλίσεις, σαν γυαλί απαλοί,
ρίχνονταν στους λεπτούς, μαύρους κόκκους της γης.
Ακόμα λίγο και το ζιζάνιο θα παρασυρόταν·
αντιστάθηκε με τα φύλλα,
τα σήκωνε στεφανωμένα βαριές σταγόνες.
Λίγες σταγόνες έπεσαν στο πρόσωπό μου
και μες στα μάτια, έτσι μπόρεσα να δω
(ή μάλλον, σ’ εκείνο τον μαύρο τόπο, νόμισα πως είδα)
πως κάθε σταγόνα περιείχε ένα φως,
μια μικρή, ολόφωτη σκηνή·
ο ίδιος ο χείμαρρος που το ζιζάνιο είχε εκτρέψει
είχε φτιαχτεί από τρεχούμενες εικόνες.
(Σαν να ’πρεπε ένας ποταμός να μεταφέρει όλες
τις σκηνές που κάποτε καθρέφτισε
κλεισμένες μέσα στα νερά του, κι όχι να πλέουν
σ’ επιφάνειες στιγμιαίες.)
Το ζιζάνιο στάθηκε ορθό στη διαιρεμένη μου καρδιά.
«Τι κάνεις εκεί;» ρώτησα.
Στάζοντας από παντού σήκωσε τότε το κεφάλι
(τις δικές μου έσταζε, άραγε, σκέψεις;)
κι αποκρίθηκε: «Μεγαλώνω», είπε,
«όμως για να σου σκίσω πάλι στα δύο την καρδιά».

[μτφρ.: Αντωνία Γουναροπούλου-Τουρίκη]


Στις 18 Μαρτίου 1963, γράφει και πάλι στην Ανν Στήβενσον: “ Έχεις δίκιο για τον μεγάλο θαυμασμό μου για τον Κλέε – αλλά, στην πραγματικότητα, το “Μνημείο” γράφτηκε περισσότερο υπό την επήρεια μιας σειράς φροττάζ του Μαξ Ερνστ που είχα κάποτε, με τον τίτλο Φυσική Ιστορία. Αγαπώ με πάθος (θα μπορούσα να πω) την ζωγραφική – η αλήθεια είναι ότι πολύ πιο ευχάριστα κουβεντιάζω για ζωγραφική παρά για ποίηση, κατά κανόνα. Εξίσου αγαπώ την μουσική [...]. Την επόμενη φορά θα 'θελα να είμαι ζωγράφος – ή συνθέτης – ή γιατρός – για κάμποσα χρόνια λογάριαζα σοβαρά να σπουδάσω ιατρική κι ακόμη εύχομαι να το 'χα κάνει. Μ' ενδιαφέρει επίσης πάρα πολύ η αρχιτεκτονική [...].”
Να, λοιπόν, το “Μνημείο” – και, κατόπιν, άλλο ένα ποίημα, πάντα από το πρώτο της βιβλίο:


ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ

Λοιπόν, το βλέπεις το μνημείο; Είναι από ξύλο
χτισμένο κάπως σαν κουτί. Όχι. Χτισμένο
σαν κάμποσα κουτιά σε φθίνοντα μεγέθη
το ένα πάνω στ’ άλλο.
Είναι μισογυρισμένο το καθένα έτσι που
να βλέπουν οι απολήξεις του προς τις πλευρές
του από κάτω του και να εναλλάσσονται οι γωνίες.
Στον πάνω πάνω κύβο είναι βαλμένο
κάτι σαν κρίνος από ξύλο παλιωμένο,
με σανιδένια πέταλα μακρά, με τρύπες ακανόνιστες,
τετράπλευρος, άκαμπτος, εκκλησιαστικός.
Πετάγονται απ’ αυτόν τέσσερις στύλοι, λεπτοί, στρεβλοί,
(γερτοί σαν καλάμια ψαρέματος ή κοντάρια σημαίας)
και από εκείνους κρέμονται πριονισμένα ξύλα,
τέσσερις γραμμές αδρά πελεκημένου στολισμού
πάνω απ’ τις άκρες των κουτιών
και ώς το έδαφος.
Το μνημείο κατά το ένα τρίτο του προβάλλει πάνω σε
μια θάλασσα∙ δυο τρίτα του πάνω σε έναν ουρανό.

Η θέα είναι προσαρμοσμένη
(η προοπτική της θέας, δηλαδή)
τόσο χαμηλά που δεν υπάρχει «πέρα μακριά»
κι εμείς είμαστε πέρα μακριά εντός της θέας.
Μια θάλασσα στενές, οριζόντιες σανίδες
απλώνεται πίσω από το μοναχικό μνημείο μας,
με τα «νερά» της να εναλλάσσονται δεξιά κι αριστερά
σαν σανιδένια δάπεδα – διάστικτα, πλημμυρισμένα-νήνεμα
κι ακίνητα. Παράλληλα απλώνεται ένας ουρανός
από πασσαλοφράκτες, τραχύτερους από της θάλασσας:
λιακάδα γεμάτη σκλήθρες και σύννεφα από ίνες μακριές.
«Γιατί δεν βγάζει ήχο η παράξενη θάλασσα;
Να ’ναι επειδή βρισκόμαστε μακριά;
Πού βρισκόμαστε; Στη Μικρασία είμαστε
ή στη Μογγολία;»
                           Ένα αρχαίο ακρωτήριο,
ένα αρχαίο πριγκιπάτο που ο καλλιτέχνης-πρίγκιπάς του
μπορεί να θέλησε να κτίσει ένα μνημείο
για να επισημάνει έναν τάφο ή ένα όριο ή να φτιάξει
μέσω του μια μελαγχολική ή μια ρομαντική σκηνή...
 «Μα εκείνη η αλλόκοτη θάλασσα μοιάζει από ξύλο φτιαγμένη,
θάλασσα σαν ξεβρασμένο ξύλο, που μισοφέγγει
Κι ο ουρανός φαίνεται ξύλινος, διάστικτος με νέφη.
Είναι σαν σκηνικό∙ όλα τόσο επίπεδα!
Τα σύννεφα εκείνα είναι γεμάτα σκλήθρες αστραφτερές!
Τι είναι αυτό;»
                        Αυτό είναι το μνημείο.
«Είναι κουτιά συσσωρευμένα,
με σκάρτη ξυλουργία φτιαγμένα, μισοπεσμένα,
ραγισμένα κι άβαφα.  Μοιάζει παλιό».
– Το δυνατό φως του ήλιου, ο άνεμος απ’ τη θάλασσα,
όλες οι συνθήκες της ύπαρξής του,
μπορεί να έχουν ξεφλουδίσει τη μπογιά, αν ήταν ποτέ του βαμμένο,
και να το έκαναν πιο ανεπιτήδευτο απ’ όσο ήταν.
«Γιατί με έφερες εδώ για να το δω;
Ένας ναός από κιβώτια σ’ ένα τοπίο πυκνό, εγκιβωτισμένο
τι θα μπορούσε ν’ αποδείξει;
Κουράστηκα να αναπνέω αυτό τον διαβρωμένο αέρα,
την ξηρότητα αυτή που μέσα της ραγίζει το μνημείο».

Είναι ένα τεχνούργημα
από ξύλο. Το ξύλο έχει συνοχή καλύτερη
από τη θάλασσα ή το σύννεφο και θα μπορούσε κι από μόνο του,
πολύ καλύτερα απ’ όσο η θάλασσα ή το σύννεφο ή η άμμος.
Μ’ αυτό τον τρόπο διάλεξε ν’ αναπτυχθεί και να μην κινείται.
Το μνημείο είναι ένα αντικείμενο, κι όμως αυτές οι διακοσμήσεις,
απρόσεκτα καρφωμένες, μη μοιάζοντας με τίποτα απολύτως,
προδίδουν πως έχει ζωή κι επιθυμεί∙
πως θέλει να ’ναι μνημείο, κάτι να τιμά.
Κι η πιο ακατέργαστη γραφή λέει «να θυμάστε»,
ενόσω μια φορά την κάθε μέρα το φως γυρίζει γύρω του
σαν ζώο που παραφυλάει,
ή πέφτει πάνω του η βροχή ή ο άνεμος φυσάει μέσα του.
Μπορεί να είναι συμπαγές, μπορεί να είναι κούφιο.
Τα οστά του καλλιτέχνη-πρίγκιπα μπορεί να είναι μέσα του
ή μακριά σ’ έδαφος πιο ξηρό.
Κατά προσέγγιση, ωστόσο, μα επαρκώς μπορεί να στεγάσει
ό,τι βρίσκεται μέσα του (που εξάλλου
δεν θα προοριζόταν να ’ναι ορατό).
Είναι η αρχή ενός πίνακα,
ένα γλυπτό ή ποίημα ή μνημείο,
κι όλα από ξύλο. Δες το προσεκτικά.
[μτφρ.: Γιάννης Δούκας]


ΑΠΛΑΓΙΑΣΤΟΣ ΥΠΝΟΣ

Καθώς ξαπλώνουμε να κοιμηθούμε ο κόσμος μας μισογυρνά
κατά ενενήντα μοίρες σκοτεινές×
το γραφείο κείται επί του τοίχου
κι οι σκέψεις που πλαγιάζανε τη μέρα
υψώνονται εκεί που οι άλλες πέφτουν,
κι ορθώνονται σα δάσος με πυκνόφυλλα δέντρα.

Τα πάνοπλα άρματα των ονείρων καμωμένα για να μας αφήνουν
να κάνουμε τόσα πράγματα επικίνδυνα,
ξεφυσούν στην άκρη του
καμουφλαρισμένα, κι έτοιμα να διαβούν
το γοργότερο ρέμα ή έναν γκρεμό
με εύθραυστη πέτρα, καθώς οι πλάκες και τα κλείστρα τους ηχούν.

Μέσα από τις πολεμίστρες είδαμε τα ψίχουλα ή τα βότσαλα να κείτονται
κάτω απ' τα πλευρά με τα μπουλόνια
στο πράσινο δάπεδο του δάσους,
όπως αυτά, που βάλαν μέρα τα έξυπνα παιδιά
και ακολούθησαν μέχρι την πόρτα τους
τουλάχιστον, μια νύχτα× και μέσα στα άθλια τανκς

τα ίχνη τους ψάχναμε ολονυχτίς. Κάποιες στιγμές χανόντουσαν
διαλύονταν στα βρύα,
άλλες πηγαίναμε πιο γρήγορα
λιώνοντάς τα κάτω. Τι ανόητα γυροφέρναμε
μέχρι να φύγει η νύχτα
κι έτσι ποτέ δεν βρήκαμε πού ήταν η καλύβα.

[μτφρ.: Κώστας Πλησιώτης]


Και πάλι στην Ανν Στήβενσον, 8 Ιανουαρίου 1964: “Η προαναφερθείσα Πωλίν Χέμινγουαιυ έστειλε το πρώτο μου βιβλίο στον Έρνεστ στην Κούβα. Της έγραψε πως του άρεσε, και, αναφερόμενος στο “Ψάρι”, νομίζω, “Μακάρι να 'ξερα γι' αυτό όσα κι εκείνη””.


ΤΟ ΨΑΡΙ

Έπιασα ένα τεράστιο ψάρι
και το κράτησα δίπλα από το σκάφος
το μισό έξω από το νερό, με το αγκίστρι μου
γερά γατζωμένο σε μια άκρη του στόματός του.
Εκείνο δεν πάλεψε.
Εκείνο δεν είχε παλέψει καθόλου.
Εκείνο κρεμιόταν φέροντας ένα θορυβώδες βάρος,
χτυπημένο και σεβάσμιο
και άσχημο. Εδώ και εκεί
το καφέ του δέρμα του κρεμιόταν σε λωρίδες
σαν πανάρχαια ταπετσαρία,
και το πιο σκούρο καφέ μοτίβο του δέρματος του
έμοιαζε με ταπετσαρία:
σχήματα σαν ολάνοιχτα ρόδα
λεκιασμένα και χαμένα από την πάροδο του χρόνου.
Ήταν διάστικτο με πεταλίδες,
λεπτεπίλεπτες ροζέττες από ασβέστη,
και μολυσμένο
με μικροσκοπικές λευκές θάλασσιες ψείρες,
και από κάτω κρέμονταν
δύο ή τρεις λωρίδες από πράσινα αγριόχορτα.
Όσο τα βράγχια του εισέπνεαν
το φρικτό οξυγόνο
– τα τρομακτικά βράγχια,
ολοζώντανα και γυαλιστερά με αίμα,
που μπορούν να κόψουν τόσο βαθιά-
εγώ σκεφτόμουν την τραχιά λευκή σάρκα
παραγεμισμένη σαν φτερά,
τα μεγάλα κόκκαλα και τα μικρά κόκκαλα,
τα εντυπωσιακά κόκκινα και μαύρα
των γυαλιστερών σωθικών του,
και τη νυκτική κύστη
σαν μια μεγάλη παιωνία.
Κοίταξα στα μάτια του
τα οποία ήταν πολύ μεγαλύτερα από τα δικά μου
μα πιο ρηχά, και κιτρινισμένα,
οι ίριδες πλαισιωμένες και γεμάτες
με θαμπωμενο αλουμινόχαρτο
ιδωμένο μέσα από τους φακούς
παλιάς γρατσουνισμένης ψαρόκολλας.
Μετακινήθηκαν λίγο, αλλά όχι
για να επιστρέψουν το βλέμμα μου.
– έμοιαζε περισσότερο με το γέρσιμο
ενός αντικειμένου προς το φως.
Θαύμασα το αγέλαστο πρόσωπό του,
το μηχανισμό του σαγονιού του,
και τότε είδα
ότι από το κάτω χείλος του
–αν μπορουσε κανείς να το αποκαλέσει χείλος–
φρικαλέο, υγρό, και απειλητικό
κρέμονταν πέντε παλιά κομμάτια πετονιάς,
ή τέσσερις πετονιές και ένα παράμαλλο
με τη στρόφιγγα ακόμα προσαρτημένη,
και τα πέντε μεγάλα αγκίστρια τους
καλά βυθισμένα μέσα στο στόμα του.
Μια πράσινη πετονιά, ξεφτισμένη στο σημείο
όπου το ψάρι την έσπασε, δύο βαρύτερες πετονιές,
και μια λεπτή μαύρη κλωστή
ακόμη σγουρή από το τράβηγμα και το τίναγμα
όταν εκείνη έσπασε και εκείνο ξέφυγε.
Σαν τα μετάλλια με τις κορδέλες τους
ξεφτισμένες και τρεμάμενες,
μια γενειάδα σοφίας με πέντε τρίχες
ξεπροβάλε από τον πονεμένο σαγόνι του.
Κοιτούσα και κοιτούσα
και η νίκη γέμισε
τη μικρή μισθωμένη βάρκα,
από τα βρώμικα νερά στο κύτος
όπου το πετρέλαιο είχε απλωσει ένα ουράνιο τόξο
από το σκουριασμένο κινητήρα
έως την σκουριασμένη πορτοκαλί αντλία,
τα σωστικά καθίσματα φαγωμένα από τον ήλιο,
τους σκαρμούς επανω στις θηλιές τους,
τις κουπαστές – μέχρι που τα πάντα
ήταν ένα ουράνιο τόξο, ένα ένα ουράνιο τόξο, ουράνιο τόξο!
Και άφησα το ψάρι να φύγει.

[μτφρ.: Θοδωρής Χιώτης]

Το γράμμα εκείνο στην Ανν Στήβενσον, συνεχίζει: “Έστω και παραβλέποντας την υπερβολή που προοριζόταν να ευχαριστήσει την πρώην γυναίκα του – αυτή η παρατήρηση πραγματικά στάθηκε για μένα πάντα πιο σημαντική απ' οποιονδήποτε έπαινο των σοβαρών περιοδικών. Ήξερα πως κάτω απ' την επιφάνεια ο Κος Χι κι εγώ μοιάζαμε πραγματικά πολύ. Μ' αρέσουν μόνο τα διηγήματά του και τα πρώτα δυο μυθιστορήματά του – κάτι στράβωσε τραγικά μ' αυτόν, αργότερα – αλλά είχε σωστή άποψη για πολλά πράγματα. (ΟΧΙ για το κυνήγι. Μ' άρεσε κάποτε κι εμένα το ψαροντούφεκο, κι ακόμη βουτάω μια στις τόσες, μα χωρίς ιδιαίτερη ευχαρίστηση, & όταν ήμουν πιο νέα και πιο σκληρή μ' άρεσαν οι ταυρομαχίες, αλλά δεν νομίζω ότι θα μπορούσα ν' αντέξω πια να δω ούτε μια ώς το τέλος.) Φρικτός, ο Χι είπε ότι οι κριτικοί στην Ν.Υόρκη ήταν σαν “σκουλήκια για δόλωμα, μες στη γυάλα.” Ίσως ο Γκίμπον να το είπε καλύτερα: “Ένα νέφος κριτικών, ανθολόγων, σχολιαστών, εσκότισε την όψη της σοφίας, και την παρακμή της μεγαλοφυίας σύντομα ακολούθησε η διαφθορά του γούστου”. [...] Αλλά συχνά μένω ενεή με την ανικανότητα, την άγνοια, το φρικτό γούστο, την έλλειψη γνώσης των ζητημάτων του κόσμου, και την έλλειψη παρατήρησης συγγραφέων που είναι πολύ πιο ταλαντούχοι από μένα... Η έλλειψη παρατήρησης μού φαίνεται ένα από τα θανάσιμα αμαρτήματα, υπεύθυνη για τόση σκληρότητα, ασχήμια, μαλθακότητα, κακούς τρόπους – και εν γένει δυστυχία, επίσης.”
Το 1947, γνωρίζει τον ποιητή Ρόμπερτ Λόουελλ: “Τον αγάπησα με την πρώτη ματιά”. Θα δεθούν με βαθιά φιλία, και θα μοιραστούν συζητήσεις επί συζητήσεων για την τέχνη τους – κάποιες εκ των οποίων διασώζονται στην αλληλογραφία τους. Λαμβάνει την πρώτη από αρκετές υποτροφίες Γκούγκενχαϊμ.
Το 1949, κάνει αποτοξίνωση για τον αλκοολισμό της. Για έναν χρόνο, απασχολείται ως Σύμβουλος για την Ποίηση στην Βιβλιοθήκη του Κογκρέσσου. Επισκέπτεται συχνά τον Έζρα Πάουντ στο ψυχιατρικό νοσοκομείο Σαιντ- Ελίζαμπεθς.
Το 1950, βραβεύεται από την Αμερικανική Ακαδημία των Τεχνών και των Γραμμάτων.
Το 1951, ταξιδεύει στην Βραζιλία, όπου ξανασυναντά την Λότα. Ερωτεύονται. Η Μπίσοπ θα έχει ως βάση της την Βραζιλία για τα επόμενα 15 έτη – περίοδο της ζωής της όπου, κατά δήλωσίν της, υπήρξε πιο ευτυχισμένη από ποτέ.
Το 1954, γίνεται δεκτή στο Εθνικό Ινστιτούτο των Τεχνών και των Γραμμάτων – κάτι αντίστοιχο, ας πούμε, με την δική μας Ακαδημία...
Το 1956, της απονέμεται το βραβείο Πούλιτζερ, για την επανέκδοση –μετά δεκαετία– του Βορράς κ' Νότος, σε κοινή έκδοση με την νέα συλλογή της, Μια ψυχρή άνοιξη. Σχετικά με αυτήν, είχε γράψει στον Ρόμπερτ Λόουελλ, πέντε χρόνια νωρίτερα: “Ξαναδιαβάζοντας ό,τι έχω εδώ, βρίσκω πως είμαι μάλλον ένας ελάσσων θηλυκός Γουέρντσγουερθ – τουλάχιστον, δεν γνωρίζω κανέναν άλλον που να μοιάζει τέτοιος Λάτρης της Φύσης.”
Και για το ποίημα που ακολουθεί, από αυτό, το δεύτερο βιβλίο της, Μια ψυχρή άνοιξη, γράφει στην Μαίυ Σουένσον: “[η Μαριάνν Μουρ] θεωρούσε ότι η “Αϋπνίαέμοιαζε με τραγούδι μπλουζ – μακάρι να ήταν έτσι, αλλά νομίζω πως εννοούσε κάτι αρκετά διαφορετικό και διόλου κολακευτικό!”


ΑΫΠΝΙΑ

Η σελήνη στον καθρέφτη του γραφείου
κοιτάζει εκατομμύρια μίλια μακριά
(και, ίσως περήφανη, τον εαυτό της
αλλά ποτέ της δεν χαμογελά)
μακριά πολύ, απ’ τον ύπνο πέρα
ή, ίσως, κοιμάται την ημέρα.

Από το Σύμπαν εγκαταλειμμένη,
θα το έστελνε στο διάβολο εκείνη,
και θα έβρισκε μια υδάτινη επιφάνεια
ή έναν καθρέφτη, εκεί να μείνει.
Κλείσε λοιπόν τις έγνοιες σε αραχνιά
και στο πηγάδι πέτα τες βαθιά

σ’ εκείνο τον ανεστραμμένο κόσμο
όπου το αριστερά είναι πάντα δεξιά
όπου οι σκιές είναι το ίδιο το σώμα
όπου όλη νύχτα ο κόσμος αγρυπνά
όπου αβαθείς είναι οι ουρανοί, όπως η
θάλασσα είναι τώρα βαθιά, και μ’ αγαπάς εσύ.

[μτφρ.: Λένα Καλλέργη]


Στην Μαίυ Σουένσον και πάλι, 6 Σεπτεμβρίου 1955: “Η “Διαφωνία” είναι απλώς το παλιό γνωστό παράπονο του χωρισμού – μ' ένα ελαφρώς αισιόδοξο τελείωμα.”


ΔΙΑΦΩΝΙΑ

Μέρες που δεν μπορούν να σε φέρουν κοντά
– ή που δεν θέλουν,
Απόσταση που προσπαθεί να φανεί
κάτι παραπάνω από επίμονη,
διαφωνούν, διαφωνούν, διαφωνούν μαζί μου
ακατάπαυστα
αφήνοντάς σε το ίδιο ποθητή, το ίδιο αγαπημένη.

Απόσταση: Θυμάσαι όλο εκείνο το έδαφος
κάτω απ’ το αεροπλάνο
εκείνη την ακτογραμμή
από αχνά ακρογιάλια με άμμο παχιά
ν’ απλώνεται αδιόρατα
μέχρι το τέλος
μέχρι εκεί που τελειώνει η λογική μου;

Μέρες: Και σκέψου
όλα εκείνα τα σωριασμένα όργανα,
ένα προς ένα,
που αλληλοακυρώνονταν,
που θύμιζαν φρικτό ημερολόγιο,
«Με τις ευχές του Ποτέ και του Για Πάντα, ΕΠΕ.»

Ο ήχος ο εκφοβιστικός
εκείνων των φωνών
που πρέπει χώρια να βρούμε
μπορεί, και θα εξαφανιστεί:
Οι Μέρες κι η Απόσταση ξανά χωρίς σειρά,
φευγάτες
οριστικά απ’ το ευγενές πεδίο των μαχών.   

[μτφρ.: Άρτεμις Μιχαηλίδου]


Το 1961, ο Λόουελλ τής αφιερώνει το βιβλίο του, Μιμήσεις.
Το 1964, η Μπίσοπ γίνεται μέλος της Ακαδημίας Αμερικανών Ποιητών.
Το 1965 –σχεδόν δέκα χρόνια μετά το προηγούμενο– εκδίδεται το τρίτο βιβλίο της, Ταξιδιωτικά Ζητήματα, με δύο ενότητες: “Βραζιλία” και “Αλλού”.


ΠΕΡΙ ΤΑΞΙΔΙΩΝ

Έχει τόσους καταρράκτες εδώ… Ρέματα ξέχειλα
πέφτουν στη θάλασσα, υπερβολικά γοργά,
και η πίεση από τόσα σύννεφα στις βουνοκορφές
τα κάνει να ξεχειλίζουν στις πλαγιές με απαλή αργή κίνηση,
καταρράκτες να γίνονται κάτω απ' τα ίδια μας τα μάτια.
– Γιατί αν αυτά τα ρυάκια, αυτά που απλώνονται μακριά, γεμάτα λάμψη, σημάδια από δάκρυα,
δεν είναι ακόμα καταρράκτες,
σε κάποια άλλη εποχή, σύντομα, όπως περνάνε εδώ οι εποχές,
μάλλον θα γίνουν.
Μα αν ρυάκια και σύννεφα συνέχεια ταξιδεύουν, ταξιδεύουν,
τα βουνά θυμίζουν το σκαρί από καράβια που ανατράπηκαν,
γεμάτα γλίτσα και κολλημένα όστρακα.

Σκέψου το μακρύ ταξίδι της επιστροφής.
Έπρεπε, μήπως, να ‘χαμε μείνει σπίτι και να σκεπτόμαστε απλώς το εδώ;
Και σήμερα, που έπρεπε να είμαστε;
Είναι σωστό να παρακολουθείς αγνώστους σ’ ένα έργο
σ’ αυτό το πιο παράξενο θέατρο;
Και πόσο είναι τάχα παιδιάστικο, όσο υπάρχει μέσα μας πνοή,
να τρέχουμε αποφασιστικά να δούμε
τον ήλιο ν’ ανατέλλει από αλλού;
Ή το μικρότερο πράσινο κολιμπρί στον κόσμο;
Να δούμε ακατανόητα σκαλίσματα σ’ έναν παλιό βράχο
ακατανόητα και ανεξήγητα,
ή κάποια άλλη θέα,
που καθηλώνει αμέσως τη ματιά, πάντα, μα πάντα υπέροχη;
Μπορούμε άραγε να βλέπουμε όνειρα
και να τα ζούμε επίσης;
Κι υπάρχει άραγε χώρος
για ένα ακόμη διπλωμένο ηλιοβασίλεμα, που παραμένει κάπως ζεστό;

Κι όμως, θα ήταν κρίμα
να μην είχαμε δει τα δέντρα κατά μήκος του δρόμου αυτού,
γεμάτα υπερβολή στην ομορφιά τους,
να μην τα είχαμε δει να χειρονομούν
σαν μίμοι ευγενείς, ντυμένοι στα ροζ.
Να μη χρειαζόταν να σταματήσουμε για βενζίνη και ν’ ακούσουμε
το λυπημένο, ξύλινο σκοπό, μόνο δυο νότες
από ξύλινα, ανόμοια τσόκαρα,
που ανέμελα σφυροκοπούν
το λιγδιασμένο πάτωμα στο βενζινάδικο.
(Σε κάποια άλλη χώρα όλα τα τσόκαρα θα πέρναγαν από έλεγχο.
Εκεί, κάθε ζευγάρι θα έβγαζε τον ίδιο τόνο).
Θα ‘τανε κρίμα να μην είχαμε ακούσει
την άλλη, λιγότερο πρωτόγονη μουσική του χοντρού, καφέ πουλιού
να τραγουδά πάνω από τη σπασμένη αντλία της βενζίνης
σε μια εκκλησία από μπαμπού σε στυλ Ιησουίτικου μπαρόκ:
τρία καμπαναριά, πέντε σταυροί ασημένιοι.
Ναι, κρίμα να μην έχουμε αναλογιστεί,
έστω με σύγχυση, χωρίς συμπέρασμα,
τί είδους σύνδεση μπορεί να υφίσταται για αιώνες
ανάμεσα στα πιο χοντροκομμένα ξύλινα υποδήματα
και, προσεκτικά, σχολαστικά,
στις ματαιωμένες φαντασιώσεις ξύλινων κλουβιών.
– Να μην έχουμε ποτέ μελετήσει ιστορία
μέσω της αδύναμης καλλιγραφίας στα κλουβιά των ωδικών πτηνών.
Και ποτέ να μην έχουμε ακούσει τη βροχή,
τόσο έντονη,  όμοια με λόγο πολιτικού:
δυο ώρες ρητορείας ανελέητης
κι έπειτα ξαφνική, χρυσαφένια σιγή
τότε που ο ταξιδιώτης βγάζει σημειωματάριο, και γράφει:

«Είναι η έλλειψη της φαντασίας που μας κάνει να ερχόμαστε
σε μέρη που τα φανταστήκαμε, αντί να μένουμε απλώς στο σπίτι;
Ή μήπως ο Πασκάλ δεν είχε απολύτως δίκιο όταν έλεγε
να καθόμαστε ήσυχα στο δωμάτιό μας;»

Ήπειρος, πόλη, χώρα, κοινωνία:
επιλογή πάντα στενή και πάντα ανελεύθερη.
Κι εδώ, ή εκεί... Όχι. Να 'πρεπε άραγε να ΄χουμε μείνει σπίτι,
όπου κι αν είναι αυτό;”

[μτφρ.: Άρτεμις Μιχαηλίδου]


Ακολουθεί τώρα άλλο ένα ποίημα της δεκαετίας του 1960 – αδημοσίευτο, αυτό. Η Μπίσοπ υπήρξε διαβόητη για την μακρά επώαση και την σχοινοτενή επεξεργασία των ποιημάτων της. Εξού και είναι μεγάλο το πλήθος των αδημοσίευτων και ανολοκλήρωτων –αλλ' αξιόλογων– ποιημάτων της.


ΑΝΘΙΣΜΕΝΕΣ ΜΙΜΟΖΕΣ

Σκόνη απ' τα πατώματα του Παραδείσου
που σε κάνει να φτερνίζεσαι και να μυρίζεις μέλι.
Ποιοί άγγελοι το σκόρπισαν δω κάτω,
τ' όμορφο, κίτρινο, πανάλαφρο αυτό σκουπιδάκι;

Τα γκριζοπράσινα φύλλα διπλώνουν τακτικά
σαν αυτιά γατίσια. Η πλαγιά του λόφου χρυσαφένια.
Ή μάλλον, καλύτερο από χρυσαφένιο
αυτό το εξαίσιο, απαλό, καθάριο χρώμα.

[μτφρ.: Κώστας Πλησιώτης]


Το 1967, πεθαίνει στην Ν.Υ. η Λότα. Όταν η Μπίσοπ επιστρέφει στο σπίτι τους στην Βραζιλία, το βρίσκει συλημένο, από 'φίλους'.


[ΠΛΑΪ ΠΛΑΪ ΟΛΟΝΥΧΤΙΣ...]

Πλάι πλάι ολονυχτίς
μένουν οι εραστές.
Αλλάζουν πλευρό
στον ύπνο μαζί,

σα δυο σελίδες πλάι,
μες σε βιβλίο
που η μια την άλλη διαβάζει
στο σκοτάδι.

Καθένας ξέρει τα ίδια
που ξέρει ο άλλος,
τα έμαθε από στήθους
απ' την κορφή ώς τα νύχια.

[μτφρ.: Παναγιώτης Ιωαννίδης]


Το 1969 εκδίδονται τα έως τότε Άπαντά της – θα βραβευθούν με το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου το επόμενο έτος. Στο οπισθόφυλλο, ο Λόουελλ γράφει: “Όταν την διαβάζουμε, εισερχόμαστε στην κλασσική γαλήνη ενός νέου τόπου.” Και, όταν θα την παρουσιάσει –κατά την διάρκεια μιας δημόσιας ανάγνωσής της στο Μουσείο Γκούγκενχαϊμ– ως το “περίφημο βλέμμα”, εκείνη θ' αποκριθεί: “Το 'περίφημο βλέμμα' θα βάλει τώρα τα γυαλιά του.”


Η ΦΙΛΟΞΕΝΟΥΜΕΝΗ

Η θλιμμένη μοδίστρα
Που μένει στο σπίτι μας αυτόν τον μήνα
Είναι αδύνατη, κοντή και στυφή.
 Κανένας να την ευθυμήσει δεν μπορεί.
Της δίνεις ένα φόρεμα, ένα ποτό,
Ψητό κοτόπουλο, ή ψάρι τηγανητό—
Καμμιά στη διάθεσή της αλλαγή.

Όλη μέρα παρακολουθεί τηλεόραση.
Λάθος, παρακολουθεί γραμμές στην οθόνη.
«Δεν φτιάχνει η εικόνα;»
«Όχι», απαντά. Δεν τρέφει καμμία ελπίδα.
Κι όλη μέρα παρακολουθεί,
Δίχως ελπίδα, δίχως ζωή.

Τα ρούχα της μας προκαλούν αμηχανία,
Κι όμως δεν είναι κανένα φτωχό ορφανό.
Έχει πατέρα, μητέρα,
Έχει απ’ όλα, και βγάζει
Καλά λεφτά, άσε που τη μπουκώνουμε
 παχυντικά φαγητά.

Της δίνουμε τα κυάλια.
Της λέμε, «Να, δες τα αεροπλάνα!»
Της λέμε, «Να, δες το μωρό!»
Ή τον ακονιστή μαχαιριών που
Τόσο έξυπνα ο τροχός του παίζει
Τον Εθνικό Ύμνο διαπεραστικά.
Μάταιος κόπος.

Λέει· «Χρειάζομαι λίγα χρήματα
Για να πάρω κουμπιά».
Το λέει σαν να θαρρεί πως είναι ανώφελο
να τα ζητήσει. Χριστέ μου, πάρε τα κουμπιά,
Αν είναι να βοηθήσουν,

Τα μεγαλύτερα του κόσμου—
Με τη ντουζίνα, με την οκά!
Πάρε ένα παγωτό,
Ένα βιβλίο με ζωγραφιές, αμάξι ολόκληρο!

Το πρόσωπό της είναι κλειστό σαν καρύδι,
Κλειστό σαν επιφυλακτικό σαλιγκάρι
Ή σαν χιλιόχρονος σπόρος.
Ονειρεύεται άραγε να παντρευτεί;
Να πλουτίσει; Το ράψιμό της
Είναι αναμφισβήτητα μέτριο.

Σε  ικετεύουμε! Πάρε τα λεφτά μας! Χαμογέλα!
Τι στην ευχή σου κάναμε;
Τι σου έκαναν όλοι
Και πότε ξεκίνησε το κακό;
Έπειτα μια μέρα μάς εξομολογείται
Πως ήθελε να γίνει καλόγρια
Αλλά η οικογένειά της δεν την άφησε.

Ίσως θα έπρεπε να της πούμε να φύγει,
Ή να την πάμε σηκωτή
Στο  πιο κοντινό μοναστήρι – και τέλος πάντων
Δεν έληξε ο μήνας της την περασμένη εβδομάδα;

 Μήπως άραγε τρέφουμε
Μία  απ' τις Μοίρες στον κόρφο μας;
Την Κλωθώ, που ράβει τις ζωές μας
Με το κοκκαλιάρικο ποδαράκι της
Σε μια δανεική ραπτομηχανή,
Κι η μοίρα μας θα είναι  σαν και τη δική της,
Και οι ραφές μας αιώνια στραβές;

[μτφρ.: Κατερίνα Ηλιοπούλου]


Απ' την επόμενη χρονιά, αρχίζει να διδάσκει στο Χάρβαρντ και σε άλλα πανεπιστήμια.
Το 1972, πεθαίνει η Μαριάνν Μουρ. Η Μπίσοπ ολοκληρώνει πάνω από τρία χρόνια συνεργασίας με τον Εμανουέλ Μπρασίλ για την Ανθολογία Βραζιλιάνικης Ποίησης του 20ου Αιώνα.
Το 1976, αποδεχόμενη το Διεθνές Βραβείο Λογοτεχνίας Νώυστατ, λέει:
“Πάντοτε ένιωθα πως καθόλου δεν θα μπορούσα να ζήσω πολύ μεσόγεια, μακρυά απ' τον ωκεανόκι όντως έζησα πάντα κοντά του, συχνά δε τόσο, ώστε να τον βλέπω. Φυσικά γνωρίζω, και μου το έχουν επισημάνει, ότι τα περισσότερα ποιήματά μου είναι γεωγραφικά, ή αφορούν ακτές, παραλίες και ποτάμια που εκβάλλουν στη θάλασσα, κι οι περισσότεροι τίτλοι των βιβλίων μου είναι γεωγραφικοί κι αυτοί: Βορράς κ' Νότος, Ταξιδιωτικά Ζητήματα κι αυτό που πρόκειται να δημοσιευθεί του χρόνου.”
Γεωγραφία ΙΙΙ λέγεται, λοιπόν, το τρίτο βιβλίο της, που εκδόθηκε το 1976, 11 χρόνια μετά το προηγούμενο. Από αυτό, να τώρα ένα από τα πιο ανθολογημένα ποιήματά της – μακροσκελές, αλλά συναρπαστικό στο ξεδίπλωμά του:


Η 'ΑΛΚΗ

Για την Γκρέις Μπάλμερ Μπάουερς


Από κλεισμένες περιοχές
με ψάρι και ψωμί και τσάι,
οπού εδρεύουν οι συρτές παλίρροιες
και ο μυχός φεύγει απ’ τη θάλασσα
δύο φορές τη μέρα παίρνοντας
τη ρέγκα σε συρτές πορείες,

οπού αν ο ποταμός
έρχεται ή φεύγει
τείχος καστανό αφρός
έχει να κάνει με το αν συναντάει
το μυχό να εισχωρεί
το μυχό όχι εντός·

οπού, κόκκινη λάσπη,
φορές ο ήλιος δύει
σ’ ερυθρά θάλασσα,
και άλλες αυλακώνει στ’ αβαθή
το μωβ, πλούσια ύλη
ιλύς φλεγόμενη που ρέει·

πάνω σε δρόμους από κόκκινο, χαλίκι,
σειρές σειρές ζαχαροσφένταμα,
περνώντας αγροτόσπιτα από ξύλο σε σανίδες
και παστρικές, σανιδωτές ’κλησιές,
ξέβαφες, ριγωτές σαν αχηβάδες,
περνώντας ένα ζεύγος αργυροσημύδες,

μες απ’ το αργό απομεσήμερο
ένα λεωφορείο της γραμμής πάει δυτικά,
το τζάμι του οδηγού ροδίζει αστράφτει
η αντανάκλαση μεταλλική,
περνάει ένα χέρι τα πλευρά
μπλε σμάλτο χτυπημένο απ’ τα βαθουλώματα·

κάτω, μες σε κοιλάδες, πάνω, ανηφόρες,
και περιμένει, υπομονετικά,
ενώ ένας μονάχος ταξιδιώτης δίνει
φιλιά και αγκαλιές
σ’ επτά συγγενείς
κι ένα λυκόσκυλο επιβλέπον.

Αντίο στις φτελιές,
στη φάρμα, στο σκυλί.
Το πούλμαν ξεκινάει. Το φως
πιο πλούσιο τώρα· η καταχνιά,
ρέουσα, αλμυρή, λεπτή,
όλο εισχωρεί.

Με ψυχρούς, σφαιρικούς κρυστάλλους
παίρνει σχήμα και γλιστρά και κάθεται
μες στα φτερά της ασπρόκοττας,
μες στα στιλπνά σταχτιά λάχανα,
πάνω στα πολύφυλλα ρόδα
και στα πικρά λούπινα, κρύσταλλοι ωσάν δώρα βαπτίσεως·

τα μοσχομπίζελα πιάνονται
απ’ τις βρεμένες άσπρες ίνες τους
πάνω στους ασβεστωμένους φράχτες·
οι μπούμπουρες σέρνονται
μες στα χελιδονόχορτα,
και η εσπέρα αρχινά.

Στάση στον Ποταμό της Πέρκας – Μπας Ρίβερ.
Μετά οι Οικονομιές – Εκόνομιζ
Λόουερ, Μιντλ, Άπερ – Κάτω, Μέσα, Πάνω·
Τα Πέντε Νησιά, Τα Πέντε Σπίτια,
οπού μία γυναίκα τινάζει ένα τραπεζομάντηλο
μετά το δείπνο.

Μια ωχρά αναλαμπή. Πάει.
Τα βαλτοτόπια στο Έλος,
κι η μυρουδιά απ’ τα αρμυρόχορτα.
Μια γέφυρα, τρέμει η σιδηροκατασκευή
ένα χοντροσάνιδο έχει λασκάρει, κροταλίζει,
αλλά βαστάει.

Στ’ αριστερά ένα κόκκινο φως
πλέει στο σκοτάδι:
φανάρι από ένα πλοίο.
Δυο λέμβοι εμφανίζονται,
κατάφωτοι, αυστηρές.
Ένα σκυλί, δυο υλακές.

Μία γυναίκα ανεβαίνει
με δυο σακούλες απ’ τα ψώνια,
σβέλτη, ηλικιωμένη, με πανάδες.
«Τι βραδιά. Μάλιστα,
μέχρι το τέρμα, Βοστώνη».
Μας ατενίζει ζεστά.

Σεληνόφως καθώς φτάνουμε
στα δάση της Νέας Καστάνης – Νιου Μπράνσουικ,
μαλλιαρά, με σκλήθρες, τσιμπάνε·
σεληνόφως και λεπτή ομίχλη
πιάνονται μέσα τους σαν το μαλλί τ’αρνιού
στα θάμνα, στη βοσκή του.

Οι επιβάτες γέρνουν πίσω.
Ρουχαλητά. Κάπου βαθιές ανάσες.
Μια ονειρική παρέκβασις
αρχίζει μες στη νύχτα,
μία λεπτή, ακουστική,
αργή παραίσθησις….

Μες στα τριξίματα και τους θορύβους
μία παλιά συνομιλία
– που δεν μας αφορά,
όμως αναγνωρίσιμη, κάπου,
στο πίσω μέρος στο πούλμαν:
Φωνές παππούδων

αδιάλειπτα
μιλώντας, στους Αιώνες:
ονόματα αναφέρονται,
ζητήματα οριστικά τακτοποιούνται·
τι είπε αυτός, τι είπε αυτή,
ποιος πήρε σύνταξη·

θάνατοι, θάνατοι και αρρώστιες·
ποια χρονιά ξαναπαντρεύτηκε·
ποια χρονιά (κάτι) που θα ’γινε.
Πέθανε στη γέννα.
Αυτός ήταν ο γιος που χάθηκε
όταν η τρεχαντήρα σκούνα βούλιαξε.

Αυτός άρχισε να πίνει. Ναι.
Εκείνη πήρε την κάτω βόλτα.
Όταν ο  Έιμος άρχισε να προσεύχεται
ακόμα και μες στο μαγαζί και
εντέλει η οικογένεια υποχρεώθηκε
να τονε κλείσει μέσα, πα’ να πει: να τον προσέχετε.

«Ναι…» αυτή η ιδιαίτερη
κατάφαση. «Ναι…»
Μια απότομη ανάσα, εισπνοή,
μισό στενάζοντας, μισό αποδοχή
οπού σημαίνει «Έτσι είν’ η ζωή.
Αυτό το ξέρουμε (και τον θάνατο, επίσης)».

Μιλώντας όπως μιλούσανε
στο παλιό πουπουλένιο στρώμα,
γαληνεμένα όλο μιλούσαν,
θαμπό φως της λάμπας στην είσοδο,
κάτω στην κουζίνα, το σκυλί
κουλουριασμένο μες στο σάλι της.

Τώρα, όλα καλά και δεν πειράζει τώρα
ακόμα και ν’ αποκοιμηθείς
όπως όλες εκείνες τις νύχτες.
– Άξαφνα ο οδηγός
σταματάει, τραντάζονται,
σβήνει τα φώτα.

Μια άλκη, άλκη τάρανδος προβάλλει μέσα από
 το απροσπέλαστο δάσος
και στέκει εκεί, ίσταται, μάλλον
εν τω μέσω του δρόμου.
Πλησιάζει· οσμίζεται
τη ζεστή μηχανή.

Δεσπόζει, δίχως κέρατα,
ψηλή σαν εκκλησιά,
ζεστή σαν σπίτι
(ή σαν το σπίτι μου σπιτάκι μου).
Μια αντρική φωνή διαβεβαιοί
«Τελείως αβλαβές…»

Κάποιοι επιβάτες
ψιθυρίζουνε θαυμαστικά,
σαν τα παιδιά, σιγά,
«Πραγματικά, είναι μεγάλα ζωντανά».
«Είναι άχαρο, πολύ κοινό».
«Κοιτάξτε! Είναι θηλυκό!»

Με την άνεσή της
επιθεωρεί το λεωφορείο,
μεγαλόπρεπη, αλλόκοσμη.
Για ποιο λόγο, για ποιο λόγο αισθανόμαστε
(όλοι αισθανόμαστε) αυτή τη γλυκιά
χαρά;

«Περίεργα ζώα,»
λέει ο σιωπηλός οδηγός μας,
κατρακυλώντας τα ρω του.
«Για δες».
Ύστερα αλλάζει ταχύτητα.
Για μια στιγμή ακόμα,

αν τεντώσεις το λαιμό προς τα πίσω,
η άλκη φαίνεται
πάνω στο φεγγαρόφωτο οδόστρωμα·
ύστερα μια αχνή
μυρουδιά ταρανδίσια, μια έντονη
μυρουδιά βενζίνας.

[μτφρ.: Ορφέας Απέργης]


Από την Γεωγραφία ΙΙΙ και πάλι, μια αρκετά χιουμοριστική περιγραφή του γραφείου της ποιήτριας:


ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΤΩΝ 12


[λάμπα γραφείου]                    Όπως όλοι γνωρίζετε, απόψε απλώνεται, πάνω από την μισή υδρόγειο, η νύχτα της πανσελήνου. Μα εδώ η σελήνη μοιάζει σαν να κρέμεται ακίνητη στον ουρανό. Πολύ λίγο φως βγάζει. θα μπορούσε να είναι νεκρή. Η ορατότης είναι περιορισμένη. Παραταύτα, θα προσπαθήσουμε να σας δώσουμε μιαν ιδέα για την διάταξη του εδάφους και την παρούσα κατάσταση.

[γραφομηχανή]                        Ο κρημνός που απότομα υψώνεται πάνω από την κεντρική πεδιάδα βρίσκεται σε βαριά σκιά, μα οι περίτεχνοι αναβαθμοί του νοτίου πρανούς αχνοφέγγουν στο αμυδρό φως, σαν λέπια ψαριού. Τι ατέρμονο κόπο αντιπροσωπεύουν τούτοι οι μικροί, ιδιόμορφα σχηματισμένοι αναβαθμοί! Και όμως, από αυτούς εξαρτάται η ευημερία ετούτου του τοσουδά πριγκηπάτου.

[στοίβα χ/φων]                        Ελαφρά κατολίσθησις έλαβε χώρα στα βορειοδυτικά προ μιας ώρας περίπου. Το αποκαλυφθέν έδαφος εμφανίζεται κακής ποιότητος: λευκό σχεδόν, ασβεστολιθικό, και ψαθυρό. Πιστεύεται πως δεν υπήρξαν θύματα.

[δακτυλογραφημένο φύλλο]   Σχεδόν ευθεία προς βορράν, οι εξ αέρος αναγνωριστικές δυνάμεις μας αναφέρουν ανακάλυψη μεγάλου ορθογωνίου 'γηπέδου', μέχρι τούδε αγνώστου σε μας, εμφανώς τεχνητού. Φέρει βαθύχρωμα στίγματα. Αεροδιάδρομος; Νεκροταφείο;

[φάκελοι]                                 Σε αυτήν την μικρή, οπισθοδρομική χώρα, εκ των πλέον οπισθοδρομικών που απέμειναν σήμερα στον κόσμο, οι επικοινωνίες είναι στοιχειώδεις, η δε 'εκβιομηχάνιση' και τα προϊόντα της, σχεδόν ανύπαρκτα. Παραδόξως, ωστόσο, οι διαφημιστικές πινακίδες αναπτύσσονται σε αληθινά γιγαντιαία κλίμακα.      

[μελανοδοχείο]                       Ελάβαμε επίσης αναφορές περί μυστηριώδους μαύρης κατασκευής αλλόκοτου σχήματος, σε αδιευκρίνιστη απόσταση προς ανατολάς. Η παρουσία της απεκαλύφθη μόνον επειδή η ιδιαιτέρως στιλβωμένη επιφάνειά της ανακλά το ασθενές έστω φεγγαρόφωτο που επικρατεί. Δοθέντος ότι οι φυσικοί πόροι της χώρας απέχουν από το να μας είναι εντελώς γνωστοί, υφίσταται η πιθανότης να είναι, ή να περιέχει, κάποιο πανίσχυρο και τρομακτικό 'μυστικό όπλο'. Εξάλλου, δεδομένων των όσων όντως γνωρίζουμε, ή μάθαμε από τους ανθρωπολόγους και τους κοινωνιολόγους μας για τον λαό αυτό, πιθανώς να μην πρόκειται για τίποτε άλλο παρά ένα numen, ή για μέγα βωμό προσφάτως ανεγερθέντα προς τιμήν ενός εκ των θεών τους, στον οποίον, κατά το παρόν ιστορικό τους στάδιο δεισιδαιμονίας και ανημπόριας, αποδίδουν μαγικές δυνάμεις, κι ενδεχομένως ακόμη να θεωρούν ως 'μεσσία', στερνή ελπίδα σωτηρίας από τις σοβαρότατες δυσχέρειές τους.

[σβηστήρας γραφομηχανής]    Επιτέλους! Εθεάθη ένας εκ των ακριβοθώρητων ιθαγενών! Φαίνεται να είναι –να ήταν, μάλλον– μονοκυκλιστής αγγελιοφόρος, που ίσως να βρήκε το τέλος του πέφτοντας από το ύψος του κρημνού λόγω του απατηλού φωτισμού. Εν ζωή, θα πρέπει να ήταν μικρόσωμος, μα αναμφιβόλως υπερήφανος και ευθυτενής, με την χαρακτηριστική των ιθαγενών πυκνή, ολόρθη μαύρη κόμη.

[σταχτοδοχείο]                        Από το ανώτερο σημείο επόπτευσής μας, μπορούμε καθαρά να δούμε ώς μέσα σ' ένα είδος σκάμματος, πιθανώς κρατήρα οβίδας, μια 'φωλιά' στρατιωτών. Κείνται σωριασμένοι ομαδόν, φορώντας την παραλλαγή μάχης που προορίζεται για 'χειμερινές συρράξεις'. Βρίσκονται σε ειδεχθώς συνεστραμμένες στάσεις, νεκροί όλοι. Διακρίνουμε τουλάχιστον οκτώ πτώματα. Οι στολές τούτες σχεδιάστηκαν για χρήση κατά τον ανταρτοπόλεμο πάνω στην μοναδική χιονοσκεπή ακρώρεια της χώρας. Το γεγονός ότι αυτοί οι έρμοι στρατιώτες τις φορούν εδώ, στα πεδινά, συνιστά περαιτέρω –καίτοι μάλλον περιττή– απόδειξη είτε του πόσο παιδαριωδώς και ανεπανορθώτως στερείται πρακτικού πνεύματος αυτός ο ανεξιχνίαστος λαός, ο αντίπαλός μας, είτε της θλιβερής διαφθοράς των ηγετών του.

τφρ.: Παναγιώτης Ιωαννίδης]


Αυτό ήταν το τελευταίο της βιβλίο – που θα λάβει το Εθνικό Βραβείο του Κύκλου Βιβλιοκριτικών την επόμενη χρονιά – χρονιά που πεθαίνει ο Ρόμπερτ Λόουελλ.
Το 1979, δημοσιεύει το τελευταίο της ολοκληρωμένο ποίημα, “Ροζ Σκύλος” – αρχινισμένο 16 χρόνια νωρίτερα, υπό τον τίτλο “Αποχαιρετισμός στο Ρίο”.
Κάνει κρουαζιέρα στα ελληνικά νησιά.
Πεθαίνει ξαφνικά στις 6 Οκτωβρίου από ανεύρυσμα του εγκεφάλου, ενώ ετοιμαζόταν να βγει για δείπνο.
Βρίσκεται θαμμένη στην γενέτειρά της, το Γούστερ της Μασσαχουσέττης.

*


Σημείωση: Οι μεταφράσεις και το συνδετικό αυτό κείμενο, ετοιμάστηκαν ειδικά για το αφιέρωμα στην Μπίσοπ που έκανε το “Μετα λόγια (γίνεται)”, στην Ελληνοαμερικανική Ένωση της Αθήνας, στις 17 Μαρτίου 2015. Οι μεταφράσεις των ποιημάτων διαβάστηκαν από τις ποιήτριες και τους ποιητές που μετέφρασαν· τα πρωτότυπα ποιήματα, από την Adrianne Kalfopoulou· το δε συνδετικό κείμενο, από την Πατρίτσια Κολαΐτη. Τα βιογραφικά στοιχεία, αποσπάσματα αλληλογραφίας κ.λπ., έχουν αντληθεί από την έκδοση: Elizabeth Bishop, Poems, Prose, and Letters (The Library of America, 2008).

*
Ορφέας Απέργης. Ποιήματα, μεταφράσεις και δοκίμιά του βρίσκονται, μεταξύ άλλων, στα περιοδικά Ποίηση, Ποιητική και Νέα Εστία από το 2006 και εξής. Από το 2013, γράφει κυρίως για το λογοτεχνικό περιοδικό ΦΡΜΚ. Συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του, με τίτλο Υ, κυκλοφόρησε το 2011. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Ισπανικά, Καταλανικά και Σουηδικά.  Το 2013 ήταν poet-in-residence στο Kings College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και φιλοξενούμενος συγγραφέας στο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης.
Αντωνία Γουναροπούλου-Τουρίκη. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Εργάζεται ως διορθώτρια/επιμελήτρια, και έχει δημοσιεύσει δύο ποιητικές συλλογές: Το άστρο του Βορρά (2010) και Το άστρο του Τίποτε (2013).
Γιάννης Δούκας. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Βιβλία του: Ο κόσμος όπως ήρθα και τον βρήκα (2001), Στα μέσα σύνορα (2011), Το σύνδρομο Σταντάλ (2013). Ζει στην Ιρλανδία.
Λένια Ζαφειροπούλου. Λυρική τραγουδίστρια, ποιήτρια και μεταφράστρια. Βιβλία: Paternoster Square (βραβείο Αναγνώστη, βραχύς κατάλογος Κρατικών Βραβείων), Όταν ο Νους σου βράζει κι η Καρδιά (ανθολογία ποίησης Goethe και Heine, και CD με lieder). Μέσα στο 2016, θα εκδοθεί το δεύτερο βιβλίο της, καθώς και μια πλήρης μετάφραση των σονέτων του Σαίξπηρ  [www.leniasafiropoulou.gr].
Κατερίνα Ηλιοπούλου. Έχει εκδώσει τέσσερα βιβλία ποίησης, με πιο πρόσφατο το Μια φορά κάθε τοπίο και ολότελα (2015). Δημοσιεύει επίσης συχνά μεταφράσεις και κριτικά κείμενα. Διευθύνει το εξαμηνιαίο περιοδικό [ΦΡΜΚ].
Παναγιώτης Ιωαννίδης. Γράφει και μεταφράζει – ποίηματα, κυρίως, και δοκίμια. Βιβλία του: Το σωσίβιο (2008), Ακάλυπτος (2013), Πολωνία (υπό έκδοση). Είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού ΦΡΜΚ, και επιμελείται τις ποιητικές αναγνώσεις “Με τα λόγια (γίνεται)”.
Λένα Καλλέργη. Έγραψε το βιβλίο ποίησης Κήποι στην άμμο (2010 – βραβείο πρωτοεφανιζόμενου ποιητή ‘Μαρία Πολυδούρη’) και συμμετείχε στα συλλογικά, πειραματικά βιβλία ποίησης Ομάδα Από Ποίηση (2010) και Ομάδα Από Ποίηση ΙΙ: Υπέρ Ονειρίας (2012). Έχει μεταφράσει ποίηση των G.Leopardi (Η νύχτα απομένει, 2013), L.Cernuda, κ.ά..
Στέργιος Μήτας. Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη. 'Εχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Έμμετρη φυσική ιστορία των θεάτρων (2013).
Άρτεμις Μιχαηλίδου. Κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στη Μοντέρνα Αμερικανική Ποίηση, και μεταπτυχιακού τίτλου στη Δημιουργική Γραφή. Έχει δημοσιεύσει άρθρα και κριτικές για τη σύγχρονη αγγλόφωνη ποίηση και πεζογραφία σε γνωστά ακαδημαϊκά έντυπα της Ελλάδας και του εξωτερικού.
Κώστας Πλησιώτης. Γεννιέται, μεγαλώνει, σπουδάζει, εργάζεται, γράφει ποίηση και μεταφράζει στην Αθήνα.
Θοδωρής Χιώτης. Έχει δημοσιεύσει ποιήματα σε συλλογικούς τόμους και περιοδικά, στην Ελλάδα, Αγγλία, ΗΠΑ, Αυστραλία, Τουρκία, Σουηδία και Κροατία. Το 2015, μετέφρασε στα αγγλικά και επιμελήθηκε τη συλλογική έκδοση με έργα νέων Ελλήνων ποιητών, Futures: Poetry of the Greek Crisis. Έχει μεταφράσει στα ελληνικά, δοκίμια των J.Roubaud, G.Deleuze, L.Hejinian, C.Bok, κ.ά.. Είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού ΦΡΜΚ